Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Βενιζέλος: Δεν αντέχουμε ανακύκλωση της ύφεσης

Evangelos-Venizelos
Αισιόδοξος για την υπέρβαση της βαθιάς κρίσης που διέρχονται σήμερα η Ελλάδα και συνολικά η Ευρωπαϊκή Ένωση, εμφανίστηκε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και Υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Βενιζέλος, με ομιλία του σε συνέδριο στο υπουργείο Εξωτερικών.
Ακολουθεί το κείμενο της ομιλίας του κ. Βενιζέλου:
“Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, χαίρομαι γιατί έχω την ευκαιρία να σας υποδεχθώ στους χώρους του Υπουργείου Εξωτερικών, στο αμφιθέατρο που φέρει το όνομα του αείμνηστου Γιάννου Κρανιδιώτη, ενός φίλου, συναγωνιστή, που συνέδεσε την πορεία του με την ευρωπαϊκή πολιτική της χώρας σε στενή συνεργασία με τον παριστάμενο Θεόδωρο Πάγκαλο και συνέβαλε τα μέγιστα όχι μόνο στην επιτυχή διεξαγωγή πολλών προηγουμένων ελληνικών Προεδριών, αλλά και στην επίτευξη του μεγάλου στόχου που ήταν η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Χαίρομαι επίσης γιατί αξιώνομαι να μετέχω σ’ ένα ακόμη συνέδριο του ΕΚΕΜΕ. Είμαι πράγματι παλιός και πιστός φίλος και του ίδιου του θεσμού, αλλά και των ανθρώπων που αγωνίζονται να τον στηρίξουν και να τον αναπτύξουν πολλά χρόνια τώρα, όπως καλή ώρα ο Πρόεδρός του, αγαπητός φίλος και συνάδελφος, Νίκος Φραγκάκης.
Και χαίρομαι γιατί βλέπω στην αίθουσα αυτή, ανθρώπους με τους οποίους συνδέομαι, μέσα από διάφορες δραστηριότητές μου -πολιτικές, επιστημονικές. Χαίρομαι ιδιαίτερα για την παρουσία της Ελληνίδας Επιτρόπου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, της κας Μαρίας Δαμανάκη με την οποία συνεργαζόμαστε στενά και ενόψει της Ελληνικής Προεδρίας του α’ εξαμήνου του 2014.
Κυρίες και κύριοι, αυτό το πρώτο εξάμηνο του 2014, είναι ένα πολλά υποσχόμενο εξάμηνο γεμάτο με ευκαιρίες αλλά και σκληρές προκλήσεις. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Είναι το εξάμηνο μέσα στο οποίο επιδιώκουμε να φανούν στην ελληνική πραγματική οικονομία και στην καθημερινή ζωή του Έλληνα πολίτη τα πρώτα δείγματα μιας αλλαγής που μετά από 4 χρόνια σκληρών θυσιών, μετά από 6 χρόνια συνεχόμενης και ανακυκλούμενης ύφεσης, περιμένει δίκαια η ελληνική κοινωνία.
Πράγματι, οι δημοσιονομικοί, αναπτυξιακοί και κοινωνικοί στόχοι του εξαμήνου αυτού είναι εξαιρετικά φιλόδοξοι. Αλλά περισσότερο από φιλόδοξοι, είναι ζωτικά αναγκαίοι για τη χώρα μας που λειτουργεί ως πραγματικό εργαστήριο στο οποίο δοκιμάζεται η αντοχή και η προοπτική της ζώνης του ευρώ, αλλά θα μου επιτρέψετε να πω και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά, του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Στόχος είναι να περάσουμε από τη μακροχρόνια σωρευτική ύφεση σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, πραγματικούς, αντιληπτούς ει δυνατόν δια γυμνού οφθαλμού, αν και μικρούς αναγκαστικά στην αρχή. Δημοσιονομικά ήδη βρισκόμαστε σε συνθήκες διαρθρωτικού πρωτογενούς πλεονάσματος, εντυπωσιακά υψηλού, του υψηλότερου στη ζώνη του ευρώ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το κυκλικά προσαρμοσμένο πρωτογενές έλλειμμά μας είναι πλέον πλεόνασμα. Συμπεριλαμβανομένων και των εφάπαξ μέτρων που πρέπει ν’ αφαιρεθούν, η Ελλάδα κινείται στο υψηλό εντυπωσιακό επίπεδο του διαρθρωτικού πρωτογενούς πλεονάσματος του 5% του ΑΕΠ ήδη. Αλλά βεβαίως στόχος του προϋπολογισμού που με τη μορφή προσχεδίου έχει ήδη κατατεθεί και συζητείται από σήμερα είναι να φτάσουμε σ’ ένα ονομαστικό δημοσιονομικό πλεόνασμα το οποίο θα μας βοηθήσει ν’ αποκλιμακώσουμε με μια γεωμετρική πρόοδο το δημόσιο χρέος χωρίς φυσικά να επηρεάσουμε αρνητικά τον παρανομαστή του κλάσματος, δηλαδή το ίδιο το ΑΕΠ. Γιατί στον παρανομαστή του κλάσματος κρίνονται τελικά όλα τ’ αποτελέσματα, δημοσιονομικά, αναπτυξιακά, κοινωνικά και πολιτικά.
Άρα, το πρώτο εξάμηνο του 2014 είναι το εξάμηνο της Ελληνικής Προεδρίας και ταυτόχρονα το πρώτο εξάμηνο της εξόδου από την κρίση. Η έναρξη της εξόδου. Όχι το τέλος, αλλά η αρχή, είναι κι αυτή πάρα πολύ σημαντική.
Από την άλλη μεριά, όλοι ξέρουμε ότι το εξάμηνο αυτό μπορεί να είναι «κολοβό» για την Προεδρία γιατί διακόπτει νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως τις εργασίες του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς λήγει η περίοδος. Είναι το εξάμηνο της πανευρωπαϊκής εκλογικής περιόδου, καθ’ οδόν προς τη νέα σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθ’ οδόν προς τη νέα σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και προς τη διαδικασία ανάδειξης του νέου Προέδρου της.
Αυτό, όπως αντιλαμβάνεστε, συνδέεται με την ανάγκη προεκλογικά, σε όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, να διατυπωθεί με τη βοήθεια των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων, άρα και όλων των εθνικών κομμάτων που στοιχίζονται με τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα, μια νέα αφήγηση για την Ευρώπη. Μια αφήγηση που ν’ αποκαθιστά τα ιστορικά χαρακτηριστικά της Ευρώπης ως ηπείρου και τις αρχικές γενετικές φιλοδοξίες του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Μια τέτοια νέα αφήγηση για την Ευρώπη που καλείται ως έναν βαθμό να διαχειριστεί και η Ελληνική Προεδρία, πρέπει να επιστρέψει πίσω στα βασικά. Πρέπει αναγκαστικά να μιλήσουμε ξανά για τη σημασία της πολιτικής, να επαναπολιτικοποιήσουμε το μεγάλο διάλογο για την προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, άρα πρέπει να μιλήσουμε ξανά για δημοκρατία, για θεσμική ισοτιμία των κρατών-μελών, για θεμελιώδη δικαιώματα, για την ανάγκη να ξαναανακαλύψουμε το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος σε υγιείς δημοσιονομικά βάσεις, λαμβανομένων υπ’ όψιν των δημογραφικών δεδομένων των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Πρέπει να ξαναμιλήσουμε όμως και για άλλα πράγματα, για πολυφωνία, για ανεκτικότητα, για αντίσταση απέναντι σε κάθε ξενοφοβική και ρατσιστική αντίληψη.
Μόνον έτσι μπορούμε να μιλήσουμε ξανά για τις προϋποθέσεις μιας νέας, αποτελεσματικής ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μόνον έτσι μπορούμε να μιλήσουμε ξανά για την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση που έχει μια οικονομική υπόσταση αναμφίβολα και στο επίπεδο της πραγματικής και στο επίπεδο της χρηματιστικής οικονομίας, αποκτά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Άρα είναι μια ευκαιρία να μιλήσουμε ξανά για την ίδια την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας και άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την κοινή ευρωατλαντική μοίρα ή έστω προοπτική.
Αλλά όλα αυτά προϋποθέτουν κάτι πάρα πολύ απλό και ζωτικό που πρέπει να τ’ ονοματίσουμε, παρ’ ό,τι αυτονόητο. Προϋποθέτουν άλλα επίπεδα ιδίων πόρων, μια άλλη αντίληψη για τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια άλλη αντίληψη για τους μηχανισμούς αναδιανομής.
Οι προτεραιότητες της ελληνικής προεδρίας σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό υπαγορεύονται από τις ανάγκες και τις αναγκαιότητες της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είναι δυνατόν να έχουμε άλλη προτεραιότητα από την ανάπτυξη; Όσο κι αν αυτό ηχεί βαρετό και κοινότυπο, εν τούτοις είναι η ελπίδα και η προοπτική όχι μόνο των χωρών του ευρωπαϊκού νότου που είναι σε κρίση, αλλά όλων των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Είναι δυνατόν να μιλάμε για ανάπτυξη η οποία είναι βασισμένη στην παρθενογένεση; Για ανάπτυξη χωρίς πιστώσεις; Άρα, χρειαζόμαστε μια άλλη αντίληψη για τη δυνατότητα υποστήριξης αναπτυξιακών πρωτοβουλιών πρωτίστως της επιχειρηματικότητας των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα.
Και βέβαια δεν μπορούμε να μιλάμε για μια ανάπτυξη που δεν δίνει θέσεις εργασίας, μιλάμε πάντα γι’ αυτό το φόβο της ανάπτυξης, άρα μιλάμε για απασχόληση και για τη διαφύλαξη της κοινωνικής διάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που παρά τα εύκολα και μεγάλα λόγια, βεβαίως και έχει κλονιστεί και άρα πρέπει να ξανασυζητήσουμε για τις προϋποθέσεις διαφύλαξης της κοινωνικής διάστασης.
Είναι δυνατόν να διαχειριστούμε μια ευρωπαϊκή προεδρία, έστω μειωμένης ισχύος (γιατί υπάρχουν τώρα πολύ σημαντικές μόνιμες προεδρίες, όπως η μόνιμη προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η μόνιμη προεδρία του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, η μόνιμη προεδρία του Eurogroup), χωρίς να αποδεχτούμε ότι για την Ευρωζώνη, αλλά και για την Ευρωπαϊκή Ένωση των 28, η ολοκλήρωση των θεσμών οικονομικής διακυβέρνησης είναι ζωτική ανάγκη;
Και δεν μιλάμε μόνο για την Τραπεζική Ένωση, δεν μιλάμε μόνο για ενιαίους μηχανισμούς εποπτείας, ή για ενιαίους μηχανισμούς διάσωσης των τραπεζών, αλλά μιλάμε και για ενιαίους μηχανισμούς εγγύησης των καταθέσεων, ώστε να αποφύγουμε αυτό το δραματικό αντίστροφο dumping που γίνεται μέσω των επιτοκίων. Αυτή την προκλητική ανισότητα που υπάρχει μεταξύ των κρατών μελών, κάποιες να προσφέρουν πολύ χαμηλά επιτόκια και κάποιες πολύ μεγάλα, μη ανταγωνιστικά. Το κόστος του χρήματος μαζί με το κόστος της ενέργειας είναι οι δυο μεγαλύτερες εσωτερικές ανισότητεςπου αναπαράγουν τις διαφορές που υπάρχουν στο εσωτερικό και της Eυρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και φυσικά μετά από το τραγικό γεγονός που ζήσαμε στη Λαμπεντούζα είναι δυνατόν να έχουμε μια ευρωπαϊκή προεδρία που δεν ασχολείται με τα σύνορα, με την κινητικότητα, με τη μετανάστευση, με την ανάγκη να υπάρξει μια ολοκληρωμένη μεταναστευτική πολιτική, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να παρεμβαίνει στην πηγή του προβλήματος και με άρση κραυγαλέων ανισοτήτων, κανονιστικών ανισοτήτων, που υπάρχουν στο θέμα αυτό μεταξύ των κρατών μελών;
Και μια χώρα, όπως η Ελλάδα, είναι δυνατόν να μην έχει μια οριζόντια προτεραιότητα που διαπερνά τα πάντα; Αυτή είναι προφανώς μια ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική -εδώ εφαπτόμαστε πολύ στενά με τις αρμοδιότητες και τις πρωτοβουλίες της Μαρίας Δαμανάκη- μια οριζόντια ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική για ό,τι σημαίνει αυτό. Για την ανάπτυξη, για τον τουρισμό, για την ενέργεια, για την αλιεία, για τις θαλάσσιες ζώνες. Αυτό είναι άλλωστε και το σημείο επαφής με την προεδρία του β’ εξαμήνου, την ιταλική προεδρία. Είχαμε την ευκαιρία να συμφωνήσουμε με την ιταλική κυβέρνηση στην πρόσφατη επίσκεψή μου στη Ρώμη, για τη συνεργασία και τη φυσιολογική διαδοχή των δυο προεδριών, ώστε να συγκροτήσουμε ένα ενιαίοΜεσογειακό Έτος, το 2014, αναδεικνύοντας αυτήν τη μεσογειακή διάσταση, πρωτίστως την αμιγώς ευρωπαϊκή κοινοτική, πέρα από τα φόρα τα οποία υπάρχουν στο ζήτημα αυτό, άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε με λιγότερη επιτυχία.
Δεν είναι δεδηλωμένη προτεραιότητά μας η προώθηση της διεύρυνσης. Ο στόχος της ένταξης των δυτικών Βαλκανίων, γιατί αυτά έχουν δρομολογηθεί, ακολουθούν τον δρόμο τους. Ελπίζουμε ότι θα ξεκινήσουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με τη Σερβία, ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της ελληνικής προεδρίας.
Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι το εξάμηνό μας αυτό στην πραγματικότητα είναι το εξάμηνο των εξελίξεων σε πάρα πολλά κράτη-μέλη: περιμένουμε το σχηματισμό της νέας γερμανικής κυβέρνησης, περιμένουμε να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες στην Αυστρία, περιμένουμε να ανοίξουν ή να κλείσουν εκλογικοί κύκλοι σε άλλα κράτη-μέλη.
Άρα λοιπόν και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και στην Ευρωζώνη, στην πραγματικότητα τώρα κάνουμε την αποτίμηση της κρίσης και τώρα πρέπει να δούμε πώς πορεύεται η οντότητα αυτή μετά τη δοκιμασία της κρίσης, η οποία ανέδειξε τα μεγάλα διαρθρωτικά προβλήματα που είχε εκ γενετής. Τα οποία όπως όλοι ξέρουμε, οφείλονται στην διαφοροποίηση στους βαθμούς ολοκλήρωσης, ανάμεσα στο επίπεδο της νομισματικής πολιτικής και όλα τα άλλα επίπεδα, άρα στα μεγάλα πολιτικά ελλείμματα. Αλλά αυτό έπρεπε να περάσει καιρός για να γίνει αντιληπτό, ή μάλλον, παραδεκτό γιατί δαπάνησε πάρα πολύ μεγάλο χρόνο η ευρωπαϊκή πολιτική οικογένεια με το να ασχολείται με μια Ελλάδα «αποδιοπομπαίο τράγο» στην οποία επιχειρήθηκε να φορτωθεί το σύνολο της κρίσης, ενώ τώρα πλέον αποκαλύπτεται ότι η κρίση έχει πολύ μεγάλο εύρος, πολύ μεγάλο βάθος, έχει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά.
Η Ελλάδα με τις απόλυτες τιμές του δημοσίου χρέους της, είναι ένα πολύ μικρό πρόβλημα, εάν λάβει κανείς υπόψη τα απόλυτα μεγέθη του δημοσίου χρέους, των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών που συγκροτούν τον πυρήνα της Ευρωζώνης, καθώς μόνο τρεις χώρες, οι τρεις μεγαλύτερες, έχουν συνολικό δημόσιο χρέος που ξεπερνάει τα 7 τρισεκατομμύρια ευρώ, άρα πόσο μπορεί να είναι η συστημική επιρροή που ασκεί ένα δημόσιο χρέος της τάξεως των 320-350 δισεκατομμυρίων ευρώ;
Τώρα καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε πόσο μεγάλη απόσταση υπάρχει ανάμεσα στη θεσμική περιγραφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το πρωτογενές δίκαιο, σύμφωνα με τις συνθήκες, και της Ευρωζώνης και στην πολιτική και κανονιστική πραγματικότητα. Αυτό που συμβαίνει στο επίπεδο του Eurogroup δεν συμβαίνει σε καμία άλλη σύνθεση του Συμβουλίου. Δεν μπορεί να το συνειδητοποιήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αν δεν το έχει ζήσει στην πράξη. Γιατί φυσικά δεν ισχύει κανένας κανόνας, καμία αντίληψη περί θεσμικής ισοτιμίας, καμία αντίληψη που συνδέεται με τη λεγόμενη κοινοτική διάσταση, ούτε καν με την διακυβερνητική βεβαίως.
Γιατί η διακυβερνητική βασίζεται εντονότατα στη θεσμική ισοτιμία και την κυριαρχία των κρατών-μελών. Εδώ μιλάμε για κάτι τελείως διαφορετικό. Είναι ελάχιστες οι κυβερνήσεις που διατηρούν το δικαίωμα να αποφασίζουν. Μπορεί αυτή η κυβέρνηση να είναι τελικά μία μόνο και όλες οι άλλες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είναι υποχρεωμένες να συμπορευτούν, να συνομολογήσουν, να εφαρμόσουν αυτά που συμφωνούνται υπό την πίεση του συσχετισμού των δυνάμεων και μιας συγκυρίας που είναι πάντα απειλητική. Αυτή είναι μια πραγματικότητα, η οποία έχει πολύ μικρή σχέση με το λεξιλόγιο, τις έννοιες, την αφήγηση τη θεσμική, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Και μόνο το γεγονός ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είναι εγκατεστημένο στην καρδιά της Ευρωζώνης και μόνο το γεγονός ότι υπάρχει η τρόικα ως θεσμική κατασκευή, η οποία βεβαίως οδηγεί αυτομάτως στη θεσμική υποβάθμιση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά τελικά και όλων των άλλων θεσμικών οργάνων, αρκεί για να επιβεβαιώσει αυτό που λέω.
Ναι, υπάρχει ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και αλληλεγγύη της Ευρωζώνης, αλλά είναι πάρα πολύ σκληρές οι προϋποθέσεις και πολιτικά και δημοσιονομικά και κοινωνικά και θεσμικά στην ίδια την ουσία της Δημοκρατίας. Επαναλαμβάνω, γιατί αυτό είναι βίωμά μου, ότι ούτε υπήρχε, ούτε υπάρχει Σχέδιο Β, όμως το Σχέδιο Α είναι σκληρό, είναι πάρα πολύ σκληρό και άνισο.
Δεν υποτιμώ το γιγαντιαίο πρωτοφανές δάνειο των 250 δισεκατομμυρίων ευρώ, ασύλληπτο για συνομιλητές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν εννοώ το εξίσου κολοσσιαίο κούρεμα χρέους που έγινε με το PSI στην ονομαστική τιμή του ελληνικού δημοσίου χρέους, που είναι η μεγαλύτερη άφεση χρέους που έχει γίνει στα παγκόσμια οικονομικά χρονικά, αυτά είναι πραγματικά εντυπωσιακά. Δε μιλάω για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών που έχει πετύχει η Ελλάδα, ενώ άλλες χώρες οδηγήθηκαν μέσα από το bail-in σε άλλες δοκιμασίες. Η Κύπρος έχει ζήσει την άλλη εκδοχή.
Μιλώ όμως γι΄ αυτό που ζούμε, για την ανεργία, για τη σωρευτική ύφεση, για το πολιτικό δημοκρατικό και κοινωνικό κόστος που μπορώ να μαρτυρήσω προσωπικά και πολιτικά τι σημαίνει, πόσο βάρβαρο και βάναυσο είναι να πληρώνεις το κόστος αυτό, αλλά βέβαια ασύγκριτα χειρότερο είναι να είσαι ένας απλός άνθρωπος που υφίσταται τις θυσίες και τις συνέπειες όλης αυτής της διαχείρισης.
Και βέβαια εδώ εντάσσεται και η ιστορία των δημοκρατικών θεσμών. Διανύσαμε πολλούς μήνες μοναχικού δρόμου εμείς, το κόμμα μου, προσωπικά εγώ, επιμένοντας να αναδείξουμε τον κίνδυνο για τη δημοκρατία και τους θεσμούς, τον κίνδυνο για την κοινωνική συνοχή, τον κίνδυνο για τις ευρωπαϊκές αξίες.
Και έπρεπε να χυθεί αίμα αθώων, προκειμένου να γίνει κοινή συνείδηση ότι εδώ έχουμε μια Ελλάδα που δεν είναι μόνον δημοσιονομικό εργαστήριο, αλλά είναι και εργαστήριο για τη δοκιμασία των δημοκρατικών θεσμών. Από το 1984, από την πρώτη έκθεση που παρουσίασε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ο Δημήτριος Ευρυγένης για το ρατσισμό και την ξενοφοβία, έχουν περάσει πάρα, πάρα πολλά χρόνια.
Αλλά τώρα έχουμε το πρόβλημα στην Ελλάδα στην πιο ακραία μορφή κι αυτό δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο κανέναν το προεκλογικό εξάμηνο προς την ανάδειξη του νέου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, υπό την πίεση όχι βεβαίως πρωτίστως των ναζιστικών ιδεών, αλλά των ποικιλώνυμων ευρωσκεπτικιστικών προσεγγίσεων που αλλοιώνουν και τους εθνικούς και τους πανευρωπαϊκούς συσχετισμούς.
Πίσω από τον ευρωσκεπτικισμό δεν μπορεί να κρυφτεί ο εγκληματίας, ο δολοφόνος, ο ναζιστής. Πίσω από την οικονομική κρίση επίσης δεν μπορεί να κρυφτεί η αποδοχή της βίας, γιατί δεν υπάρχουν τέτοιου είδους ιστορικοί ντετερμινισμοί. Μετά την κρίση του 1929 η Αμερική ανέδειξε τον Πρόεδρο Ρούσβελτ και το new deal, η Γερμανία, η Ιταλία, πολλές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης την εποχή εκείνη ανέδειξαν το φασισμό, το ναζισμό, οδήγησαν την ήπειρο στον πόλεμο.
Έχει πολύ μεγάλη σημασία να αντιληφθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις τι σημαίνει συνταγματικό τόξο, δημοκρατική αλληλεγγύη, μονομέτωπος αγώνας για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, απέναντι στη ζωντανή απειλή του ναζισμού. Τώρα λοιπόν το χειρότερο που μπορεί να περιμένει η επόμενη Ελληνική Προεδρία, ή μάλλον η Ελλάδα ως χώρα που θα αναλάβει την περιοδική Προεδρία, είναι η ανακύκλωση της αβεβαιότητας.
Επειδή έγινε στο παρελθόν μεγάλη συζήτηση για τεχνικά εφαρμοστικά λάθη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της τρόικα σε σχέση με τους περιβόητους πολλαπλασιαστές, πρέπει να σας πω υπό την ιδιότητα του πρώην Υπουργού Οικονομικών ότι δεν υπάρχει χειρότερος αρνητικός πολλαπλασιαστής από την εγκληματική συζήτηση που έγινε για το grexit και η ανακύκλωση οποιασδήποτε αβεβαιότητας μέσα από λάθος συζητήσεις σε λάθος στιγμή με λάθος τρόπο είναι τελικά επανάληψη ενός «λάθους» εντός εισαγωγικών.
Μιλάμε για την Ελληνική Προεδρία και τις προτεραιότητές της. Ο κόσμος αυτή τη στιγμή τελεί υπό την πίεση μιας συζήτησης κατά τη γνώμη μου απολύτως ανοργάνωτης κι ως εκ τούτου αδιέξοδης, για το δημοσιονομικό κενό, για το χρηματοδοτικό κενό, για τη βιωσιμότητα του χρέους.
Κοιτάξτε, χρειαζόμαστε καθαρή έντιμη πολιτική συζήτηση με τους εταίρους μας, σε πολιτικό επίπεδο. Αντιλαμβάνομαι απολύτως ότι καθ΄ οδόν έχει ριζικά μετασχηματιστεί ο χαρακτήρας της τρόικας, δεν είναι πλέον εκπρόσωποι τριών θεσμών, αλλά ταυτόχρονα και εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, των κυβερνήσεων της Ευρωζώνης και πρωτίστως αυτών που έχουν καθοριστικό λόγο στα πράγματα.
Αλλά σε πολιτικό επίπεδο, με τεχνική επάρκεια, χωρίς να παραβλέψουμε κανένα τεχνικό στοιχείο, πρέπει να διαμορφώσουμε ένα καθαρό και αποτελεσματικό πλαίσιο. Το χρέος είναι απολύτως βιώσιμο, εάν λάβουμε υπόψη τις παραμέτρους που αφορούν και τα δημοσιονομικά αποτελέσματα και τους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά δεν είναι παράμετρος του ρυθμού ανάπτυξης η ατμόσφαιρα, οι πολιτικές παραδοχές, η βεβαιότητα, η αισιοδοξία;
Είναι παντελώς ανεύθυνες όλες οι άλλες συζητήσεις που γίνονται, σε σχέση με το νέο κούρεμα, σε σχέση με το ΟSI κατά αντιστοιχία του PSI, γιατί όλα αυτά βασίζονται σε πολιτικές προϋποθέσεις κι επειδή ακούω πολύ συχνά το επιχείρημα που λέει κάθε Ευρωπαίος πολίτης, ο Γερμανός και κάθε άλλος δικαιούται να γνωρίζει τι έχει πληρώσει ως τώρα και τι θα πληρώσει, θέλω να σας πω ευθέως ότι ο Γερμανός φορολογούμενος δεν έχει πληρώσει τίποτα για τη χρηματοδότηση της ελληνικής κρίσης.
Η πρώτη εκδοχή του διακρατικού δανείου συνήφθη ανάμεσα στην Ελληνική Δημοκρατία και τη Γερμανική Επενδυτική Τράπεζα KFW με εγγύηση του γερμανικού δημοσίου και το δάνειο αυτό εξυπηρετείται, δεν έχει καταπέσει καμία εγγύηση, τοκοφορεί το δάνειο αυτό.
Το δεύτερο δάνειο, το μεγάλο, είναι δάνειο που συνήφθη ανάμεσα στο EFSF και την Ελληνική Δημοκρατία, τα κράτη-μέλη μετέχουν ως μέτοχοι και εγγυητές του EFSF, εξυπηρετείται επίσης και τοκοφορεί το δάνειο αυτό, παρ’ ότι βεβαίως έχει συντελεστεί και μια εντυπωσιακή αναδιάρθρωση του χρέους με πολύ μεγαλύτερη διάρκεια, με πολύ καλύτερες ληπτότητες, με εντυπωσιακά καλύτερα επιτόκια.
Αλλά πάντως είναι ένα δάνειο το οποίο συνδέει με μια φυσιολογική σχέση το δανειστή και τον δανειζόμενο, δε χάνει αυτός που έχει δανείσει. Και το δάνειο αυτό επίσης εξυπηρετείται. Άρα, υπάρχουν πολλές τεχνικές λύσεις εφ’ όσον υπάρχει σταθερό πολιτικό πλαίσιο και καθαρή και έντιμη πολιτική εξήγηση, χωρίς καμία χαλάρωση, χωρίς καμία χάρη.
Μπορούμε να συζητήσουμε πολλά για τα επιτόκια, για τις ληπτότητες, για τη μετάθεση κρίσιμων ημερομηνιών, για τα κέρδη που αποκομίζονται από τα χαρτοφυλάκια ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που διατηρεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ευρωσύστημα με τη συμμετοχή των Κεντρικών Τραπεζών των κρατών μελών. Μπορούμε να μιλήσουμε για τη διασφαλισμένη, χωρίς κανένα ρίσκο παρουσία μας στις αγορές που ούτως ή άλλως υπάρχει μέσω των εντόκων γραμματίων.
Κυρίως όμως πρέπει να μιλήσουμε για την πραγματική οικονομία. Πρέπει να μιλήσουμε για τη ρευστότητα, γι’ αυτά που σας είπα σε σχέση με τις διαφορές στα επιτόκια και το κόστος της ενέργειας, για τα Διαρθρωτικά Ταμεία, για το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, για την ανάσχεση της ανεργίας, για τη στήριξη του επιχειρείν, γιατί έτσι στηρίζουμε και το συντελεστή «εργασία».
Όταν λοιπόν η κυβέρνηση και τα δύο κόμματα, και ο Πρωθυπουργός και εγώ, ως Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης λέμε «όχι νέα μέτρα, όχι νέα δημοσιονομικά μέτρα, όχι ανακύκλωση της ύφεσης και της ανεργίας», το εννοούμε απολύτως. Αυτό δεν το αντέχει η κοινωνία, δεν το αντέχει το πολιτικό σύστημα, δεν το αντέχει κανείς. Δεν το αντέχει η Ευρώπη ως ιστορική, κοινωνική και αναπτυξιακή οντότητα.
Βεβαίως την ίδια στιγμή λέμε «ναι στις διαρθρωτικές αλλαγές, ναι στην ανάγκη να υπάρξει ένα νέο κράτος πραγματικά ευρωπαϊκό στην υπηρεσία της ανάπτυξης και του γενικού συμφέροντος». Ναι στις διαρθρωτικές αλλαγές σημαίνει όχι σε παλιές αντιλήψεις, όχι σε κάθε είδους συντεχνιασμό, όχι στην αμφιθυμία, η οποία δε μας επιτρέπει να είμαστε αποτελεσματικοί.
Υπάρχουν όμως αντιστάσεις. Αντιστάσεις ιδεολογικές, αντιστάσεις πολιτικές, κοινωνικές. Είναι ένας διαρκής αγώνας, σκληρός. Και όλα αυτά προϋποθέτουν ένα στοιχείο που το λησμονούμε: Εθνική ενότητα, στοιχειώδη ικανότητα διαλόγου και συναίνεσης. Δε μπορεί να βάζει κανείς στο ίδιο επίπεδο τον αγώνα κατά της Χρυσής Αυγής και του ναζισμού και τον αγώνα κατά της πολιτικής του μνημονίου που είναι κυβερνητική πολιτική, είναι η πολιτική που μετά λόγου γνώσεως επέλεξε ο ελληνικός λαός το Μάιο και τον Ιούνιο του 2012. Γιατί η κυβέρνηση αυτή έχει σχηματιστεί μέσα από την ψήφο και κατόπιν εντολής του ελληνικού λαού.
Και έτσι θα προχωρήσουμε στην κατάρτιση του Προϋπολογισμού, του νέου Μεσοπροθέσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής, έτσι θα πορευθούμε σε σχέση με το φορολογικό σύστημα, με τη φορολογία ακινήτων, με τα μέτρα για την ανάσχεση της ανεργίας, με τη στήριξη των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων και κυρίως με τις αναπτυξιακές μας πρωτοβουλίες. Αυτό είναι ο πυρήνας του Εθνικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης.
Και αυτό συμπίπτει σε πολύ μεγάλο βαθμό με το εξάμηνο της Ελληνικής Προεδρίας. Δίνουμε εξετάσεις και πάλι, δίνουμε συνεχώς εξετάσεις. Αλλά οι δύσκολες εξετάσεις που δίνουμε, δεν είναι η διεκπεραίωση μιας Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι ο ευρωπαϊκός χαρακτήρας της Ελλάδας και, θα μου επιτρέψετε να πω, ο ευρωπαϊκός χαρακτήρας της Ευρώπης.
Γιατί αυτό είναι το μεγάλο αίτημα και η μεγάλη ανάγκη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή οι ευρωπαϊκοί λαοί, τα εκλογικά σώματα, οι κοινωνίες. Και βέβαια, στη συνέχεια τα Κοινοβούλια και οι κυβερνήσεις, να καταλάβουν ότι χρειαζόμαστε μια «ευρωπαϊκή» Ευρωπαϊκή Ένωση.
Δεν είναι ταυτολογία, δεν είναι παράδοξο. Είναι ο πυρήνας του προβλήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Πρέπει να ξανανακαλύψει τον ευρωπαϊκό της χαρακτήρα η οντότητα που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση και πρωτίστως η οντότητα που λέγεται ζώνη του ευρώ. Αυτό το θέμα δικαιούμαστε και οφείλουμε να το θέτουμε ως πρώτο και πρωταρχικό με την ιδιότητα του κράτους μέλους, με την ιδιότητα της χώρας που είναι το εργαστήριο της μεγάλης δοκιμασίας της κρίσης και με την πρόσθετη παροδική εξαμηνιαία ιδιότητα της επόμενης Ευρωπαϊκής Προεδρίας.
Σας ευχαριστώ πολύ.