Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Τι αλλάζει στο Δημόσιο με το πολυνομοσχέδιο – Όλες οι νέες ρυθμίσεις [λίστα]

Το θέμα των αποζημιώσεων των υπαλλήλων που απολύονται από το Δημόσιο, την παράταση της διαθεσιμότητας των εγκύων (παράγραφος Θ σελ. 78) αλλά της διαθεσιμότητας που υπαλλήλων του ΕΣΥ που μετακινούνται στο ΕΚΑΒ (παρ. Ι σελ. 82) περιλαμβάνει το πολυνομοσχέδιο που υπερψηφίσθηκε με οριακή πλειοψηφία τα ξημερώματα της Δευτέρας από τη Βουλή. Παράλληλα με βουλευτική τροπολογία της τελευταίας στιγμής καθορίζεται η διαθεσιμότητα ενός μήνα των γιατρών και οδοντιάτρων που είχαν μεταφερθεί από το ΙΚΑ στα νοσοκομεία του ΕΣΥ.
Συγκεκριμένα, στο πολυνομοσχέδιο  οι αποζημιώσεις δημοσίων υπαλλήλων που απολύονται, η ένταξή τους στις παροχές του ΟΑΕΔ καθώς και η παράταση του χρόνου διαθεσιμότητας των εγκύων.
Σε σχέση με την αποζημίωση που θα λαμβάνουν, προβλέπεται πως «το Ελληνικό Δημόσιο, καταβάλλει αποζημίωση απόλυσης ειδικά και μόνο λόγω κατάργησης θέσης».

Επίσης προστίθεται πως «για τον υπολογισμό του ποσού αποζημίωσης, ως βάση λαμβάνεται ο βασικός μισθός του υπαλλήλου κατά την ημερομηνία που τέθηκε σε διαθεσιμότητα και ως χρόνος υπηρεσίας υπολογίζεται όλος ο χρόνος που ελήφθη υπόψη για την κατάταξη του υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4024/2011 (Α’ 226), ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι τη θέση του υπαλλήλου σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καθώς και ο χρόνος διαθεσιμότητας».
Αναφορικά με τη σύνταξη που θα λαμβάνουν, αναφέρεται πως «το ανωτέρω προσωπικό, εφόσον έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, καταβάλλεται στο μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, στο δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της ως άνω προβλεπόμενης αποζημίωσης».
Επίσης, προβλέπεται πως «οι αποδοχές διαθεσιμότητας, που έλαβαν οι εν λόγω υπάλληλοι, καταλογίζονται στην ως άνω αποζημίωση απόλυσης, την οποία και μειώνουν αναλόγως ως εξής:
- Αν ο υπάλληλος έχει υπηρεσία μέχρι τρία (3) έτη δεν καταλογίζεται κανένα ποσό.
- Για υπηρεσία από τρία (3) έτη και μία ημέρα έως έξι (6) έτη καταλογίζονται αποδοχές διαθεσιμότητας μισού μήνα.
- Για υπηρεσία από έξι (6) έτη και μία ημέρα έως δώδεκα (12) έτη καταλογίζονται αποδοχές διαθεσιμότητας ενός μήνα, για υπηρεσία από δώδεκα (12) έτη και μία ημέρα έως δεκαοκτώ (18) έτη καταλογίζονται αποδοχές διαθεσιμότητας δύο (2) μηνών, για υπηρεσία από δεκαοκτώ (18) έτη και μία ημέρα έως είκοσι τέσσερα (24) έτη καταλογίζονται αποδοχές διαθεσιμότητας τριών (3) μηνών.
- Τέλος για υπηρεσία από είκοσι τέσσερα (24) έτη και μία ημέρα και άνω καταλογίζονται αποδοχές διαθεσιμότητας τεσσάρων (4) μηνών.
Η ανωτέρω αποζημίωση, μετά και τον προβλεπόμενο ως άνω καταλογισμό, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ.
Υπάλληλοι που λαμβάνουν την αποζημίωση του παρόντος άρθρου δεν δικαιούνται ταυτόχρονα καμία άλλη αποζημίωση για την ίδια αιτία.
Η αποζημίωση της παρούσας υποπαραγράφου φορολογείται όπως κάθε άλλη αποζημίωση διακοπής σχέσεως εργασίας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013, όπως εκάστοτε ισχύει».
Επιπλέον, γίνεται λόγος για επίδομα ανεργίας των υπαλλήλων αυτών, όπως επίσης και όλες εκείνες οι παροχές που χορηγούνται από τον ΟΑΕΔ.
Για τις έγκυες που μπαίνουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, το διάστημα μέχρι την οριστική απόλυσή τους θα παρατείνεται μέχρι την ημέρα του τοκετού και επιπλέον 12 μήνες.
Αναφορικά με τους κλάδους ΔΕ Οδηγών, ΔΕ Τεχνικού (ειδικότητας Οδηγών) και ΔΕ Πληρωμάτων Ασθενοφόρων οι οποίοι κατέχουν προσωποπαγείς θέσεις στο νοσοκομεία του ΕΣΥ τίθενται από την έναρξη ισχύος του συγκεκριμένου νόμου σε διαθεσιμότητα ενός μηνός, προκειμένου να μεταφερθούν στο ΕΚΑΒ στον κλάδο ΔΕ Πληρωμάτων Ασθενοφόρων.
Ηρθε η ώρα των ενοικιαζόμενων εργαζόμενων στο Δημόσιο
Παράλληλα με το πολυνομοσχέδιο ορίζεται ότι  η εκμίσθωση εργαζομένων που μέχρι τώρα αφορούσε μόνο την κάλυψη εποχικών αναγκών αλλάζει. Συγκεκριμένα, οι συμβάσεις τους δεν μπορούν να ξεπερνούν τα τρία χρόνια (36 μήνες).
Ειδικότερα, ορίζονται τα εξής (σελ 94 του πολυνομοσχεδίου):
Η απασχόληση μισθωτού σε έμμεσο εργοδότη με σύμβαση προσωρινής απασχόλησης δεν επιτρέπεται:
α) όταν με αυτήν αντικαθίστανται εργαζόμενοι που ασκούν το δικαίωμα της απεργίας.
β) όταν ο έμμεσος εργοδότης το προηγούμενο τρίμηνο είχε πραγματοποιήσει απολύσεις εργαζομένων της ίδιας ειδικότητας για οικονομοτεχνικούς λόγους ή το προηγούμενο εξάμηνο ομαδικές απολύσεις ιδίων ειδικοτήτων
γ) όταν ο έμμεσος εργοδότης υπάγεται στις διατάξεις του ν. 2190/1994 (Α` 28) ή στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997 (Α` 206), όπως ισχύουν, με την επιφύλαξη της παρ. 5 του δεύτερου άρθρου του ν. 3845/2010 (Α` 65), δ) όταν οι εργασίες λόγω της φύσης τους, εγκυμονούν ιδιαίτερους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων. Οι εργασίες αυτές καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ύστερα από τη γνώμη του Συμβουλίου Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων (ΣΥΑΕ) που ορίζεται στο άρθρο 26 του «Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζομένων (Κ.Ν.Υ.Α.Ε.)», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α` 84) και στο άρθρο 25 του π.δ. 368/1989 (Α` 163) όπως ισχύει,
ε) όταν ο απασχολούμενος υπάγεται στις ειδικές διατάξεις περί ασφαλίσεων εργατοτεχνιτών οικοδόμων, εξαιρουμένων των εργατοτεχνιτών οικοδόμων που απασχολούνται σε έργα αρχικού προϋπολογισμού 10.000.000,00 ? και άνω , τα οποία χρηματοδοτούνται ή συγχρηματοδοτούνται από εθνικούς πόρους και διεξάγονται μετά από παραχώρηση ή εργολαβία για λογαριασμό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, δημόσιων, δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων δημόσιας ή κοινής ωφέλειας και γενικά επιχειρήσεων και οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από την κάθε φορά ισχύουσα νομοθεσία. Για τους απασχολούμενους οικοδόμους σε έμμεσο εργοδότη με σύμβαση προσωρινής απασχόλησης εφαρμόζεται το νομοθετικό πλαίσιο , όπως ισχύει, για την εργασία μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης.
Αντικείμενο Επιχειρήσεων Προσωρινής Απασχόλησης
1. Οι ΕΠΑ δεν επιτρέπεται να ασκούν άλλη δραστηριότητα πέραν αυτής που ορίζεται στο άρθρο 115 περίπτωση β`, με εξαίρεση:
α) μεσολάβηση για εξεύρεση θέσεως εργασίας, για την οποία έχει γίνει αναγγελία έναρξης της στη Διεύθυνση Απασχόλησης και δεν έχει απαγορευτεί η άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας,
β) αξιολόγηση ή και κατάρτιση ανθρώπινου δυναμικού, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις,
γ) συμβουλευτική και επαγγελματικό προσανατολισμό, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.»
Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω με την υποπαράγραφο ΙΑ.8 εδάφιο 1 του Ν.4093/2012 ΦΕΚ Α 222/12.11.2012
2. Οι Ε.Π.Α. έχουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του εργοδότη.
Κατοχύρωση Εργασιακών Δικαιωμάτων των Προσωρινά Απασχολούμενων
1. Για την παροχή εργασίας με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης απαιτείται η προηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η σύμβαση καταρτίζεται μεταξύ της Ε.Π.Α. (άμεσος εργοδότης) και του μισθωτού και σε αυτήν πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται οι όροι εργασίας και η διάρκεια της, οι όροι παροχής της εργασίας στον ή στους έμμεσους εργοδότες, οι όροι αμοιβής και ασφάλισης του μισθωτού καθώς και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο, κατά την καλή πίστη και τις περιστάσεις, πρέπει να γνωρίζει ο μισθωτός αναφορικά με την παροχή της εργασίας του.
Οι αποδοχές του μισθωτού που δεν παρέχει εργασία σε έμμεσο εργοδότη δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις προβλεπόμενες στον εκάστοτε νομοθετικός καθορισμένο νόμιμο κατώτατο μισθό και κατώτατο ημερομίσθιο για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας.
Εάν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης αυτής δεν είναι δυνατή η μνεία του συγκεκριμένου έμμεσου εργοδότη ή ο προσδιορισμός του χρόνου, που θα προσφέρει σε αυτόν την εργασία του, θα πρέπει να αναφέρεται στη σύμβαση το πλαίσιο των όρων και των συνθηκών για την παροχή εργασίας σε έμμεσο εργοδότη.
2. Απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη επιτρέπεται μόνο μετά την κατάρτιση της σύμβασης με τον άμεσο εργοδότη, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο.
3. Με σύμβαση, που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ της Ε.Π.Α. και του έμμεσου εργοδότη, ορίζονται ειδικότερα τα του τρόπου αμοιβής και ασφάλισης του εργαζομένου για το χρόνο που ο μισθωτός προσφέρει τις υπηρεσίες του στον έμμεσο εργοδότη Ο έμμεσος εργοδότης πρέπει να προσδιορίζει, πριν τεθεί στη διάθεση του ο εργαζόμενος με τη σύμβαση, τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα ή ικανότητες, την ειδική ιατρική παρακολούθηση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προς κάλυψη θέσης εργασίας. Οφείλει επίσης να επισημαίνει τους μεγαλύτερους ή ιδιαίτερους κινδύνους που έχουν σχέση με τη συγκεκριμένη εργασία. Η Ε.Π.Α. υποχρεούται να γνωστοποιήσει τα στοιχεία αυτά στους μισθωτούς.
4. α) Η Ε.Π.Α. και ο έμμεσος εργοδότης είναι αλληλέγγυος και εις ολόκληρον έκαστος υπεύθυνοι έναντι του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού με σύμβαση ή σχέση εργασίας για την ικανοποίηση των μισθολογικών δικαιωμάτων του και για την καταβολή των ασφαλιστικών του εισφορών. Η ευθύνη αυτή του έμμεσου εργοδότη αναστέλλεται, εφόσον με τη σύμβαση προβλέπεται ότι υπόχρεος για την καταβολή των αποδοχών και των ασφαλιστικών εισφορών είναι ο άμεσος εργοδότης και τα μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού μπορούν να ικανοποιηθούν από την κατάπτωση των κατά το άρθρο 126 εγγυητικών επιστολών (επικουρική ευθύνη έμμεσου εργοδότη).
β) Οι αποδοχές του προσωρινά απασχολούμενου καταβάλλονται σε τραπεζικό λογαριασμό που αυτός έχει υποδείξει.
5. α) Οι προσωρινά απασχολούμενοι μισθωτοί, για όσο χρόνο παραμένουν στη διάθεση της
επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης, καθώς και κατά τη διάρκεια της απασχόλησης τους σε έμμεσο εργοδότη υπάγονται στον κλάδο παροχών ασθενείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στον επικουρικό φορέα ΕΤΕΑΜ, με εξαίρεση τα πρόσωπα που λόγω της ιδιότητας τους ασφαλίζονται σε κλάδους άλλου κύριου ή επικουρικού φορέα.
β) Οι ασφαλιστικές εισφορές του προσωρινά απασχολούμενου καταβάλλονται από την Ε.Π.Α. σε σχετικό τραπεζικό λογαριασμό του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Σε περίπτωση που ο προσωρινά απασχολούμενος λόγω της ιδιότητας του ασφαλίζεται σε κλάδους άλλου κύριου ή επικουρικού φορέα, η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του καθορίζεται με συμφωνία του (προσωρινά απασχολούμενου) και της Ε.Π.Α..
1. Για την παροχή εργασίας με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης απαιτείται η προηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η σύμβαση καταρτίζεται μεταξύ της Ε.Π.Α. (άμεσος εργοδότης) και του μισθωτού και σε αυτήν πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται οι όροι εργασίας και η διάρκεια της, οι όροι παροχής της εργασίας στον ή στους έμμεσους εργοδότες, οι όροι αμοιβής και ασφάλισης του μισθωτού, οι λόγοι της παραχώρησης του εργαζομένου, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο, κατά την καλή πίστη και τις περιστάσεις, πρέπει να γνωρίζει ο μισθωτός αναφορικά με την παροχή της εργασίας του.
Οι αποδοχές του μισθωτού που δεν παρέχει εργασία σε έμμεσο εργοδότη δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις προβλεπόμενες στον εκάστοτε νομοθετικός καθορισμένο νόμιμο κατώτατο μισθό και κατώτατο ημερομίσθιο για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας. Εάν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης αυτής δεν είναι δυνατή η μνεία του συγκεκριμένου έμμεσου εργοδότη ή ο προσδιορισμός του χρόνου, που θα προσφέρει σε αυτόν την εργασία του, θα πρέπει να αναφέρεται στη σύμβαση το πλαίσιο των όρων και των συνθηκών για την παροχή εργασίας σε έμμεσο εργοδότη.
Κακούργημα η δωροδοκία για πολιτικούς, αιρετούς ΟΤΑ και δημοσίους υπαλλήλους
Παράλληλα με το νομοσχέδιο ορίζονται αυστηρές ποινές για δωροληψία και δωροδοκία που αγγίζουν από τον πρωθυπουργό μέχρι και τον τελευταίο υπάλληλο. Συγκεκριμένα, η δωροληψία και δωροδοκία πολιτικών αξιωματούχων  (πολιτικούς,  εκπροσώπους ΟΤΑ, δικαστικούς λειτουργούς κ.λπ.) τιμωρείται πλέον σε βαθμό κακουργήματος  (φυλάκιση από 10 έως 20 χρόνια και χρηματικές ποινές 15.000 – 150.000 ευρώ). Να σημειωθεί ότι για τις πράξεις αυτές μέχρι σήμερα είτε δεν τιμωρούνταν καθόλου, είτε τιμωρούνταν σε βαθμό πλημμελήματος με απειλή φυλάκισης 1 έως 5 ετών.
Παράλληλα καταργείται το χρηματικό όριο για την κακουργηματική δωροδοκία και απειλείται κάθειρξη 10 ετών και όταν τα ωφελήματα είναι μικρότερα των 120.000 ευρώ. Ετσι αντιμετωπίζεται στο εξής πάντα ως κακούργημα η δωροδοκία – δωροληψία δικαστή και υπαλλήλου ανεξαρτήτως ποσού, όταν οδηγείται σε πράξη ή παράλειψη που αντίκειται στα καθήκοντά του.
Με φυλάκιση 1 – 3 ετών απειλούνται για πρώτη φορά και οι προϊστάμενοι ή επιθεωρητές δημοσίων υπηρεσιών που από αμέλεια δεν απέτρεψαν τη δωροδοκία ή δωροληψία. Με φυλάκιση 1 – 5 ετών και χρηματική ποινή 5.000 – 50.000 τιμωρείται η εμπορία επιρροής και οι μεσάζοντες για όποιον εκμεταλλεύεται τη θέση του ή παίρνει οποιοδήποτε αντάλλαγμα για αθέμιτη επιρροή σε αξιωματούχο πολιτικό, δικαστή, υπάλληλο.
ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ
 aftodioikisi.gr