Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Οι πραγματικοί λόγοι της απόφασης των Βρετανών για τη Συρία

Γράφει η Σοφία Βούλτεψη
 
Μπορεί πολλοί να ξαφνιάστηκαν και άλλοι τόσοι (μεταξύ των οποίων και οι αναλυτές του ΣΥΡΙΖΑ) να χαρακτήρισαν «κόλαφο» για τον Βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον, την απόφαση του βρετανικού κοινοβουλίου να μην επιτρέψει τη συμμετοχή της Βρετανίας σε πολεμικές επιχειρήσεις στη Συρία.
Στην πραγματικότητα, όμως, η απόρριψη της πρότασης Κάμερον ήταν περισσότερο από αναμενόμενη.
Η απόρριψη της πρότασης Κάμερον ερχόταν από το παρελθόν.
Οι ρίζες της βρίσκονται στον πόλεμο στο Κόσσοβο, απλώθηκαν με τον πόλεμο στο Ιράκ και έκτοτε φέρουν ονοματεπώνυμο: Άλαστερ Κάμπελ.
Ο λόγος για τον διαβόητο spin doctor του Εργατικού πρώην πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ, τον τότε υπεύθυνο επικοινωνίας του αριθμού 10 της Ντάουνινγκ Στρητ, που μέχρι σήμερα κατηγορείται για προπαγάνδα και κατασκευή στοιχείων, προκειμένου να δικαιολογηθεί η συμμετοχή της Βρετανίας στον πόλεμο του Ιράκ.

Στη γηραιά Αλβιόνα μαζεύτηκαν πολλά.
Από τις κατηγορίες κατά του ανταποκριτή του BBC Τζον Σίμπσον στη Γιουγκοσλαβία, που το προπαγανδιστικό επιτελείο του Μπλερ είχε αποκαλέσει «παπαγαλάκι του Μιλόσεβιτς» και εκείνος είχε απαντήσει πως «η δημοσιογραφία υπάρχει για να λέει στους ανθρώπους περισσότερα, όχι λιγότερα».

Από τότε που ο διάσημος δημοσιογράφος του «Ιντιπέντεντεντ» Ρόμπερτ Φισκ εγκατέλειψε το μέτωπο και έσπευσε στις Βρυξέλλες για να ρωτήσει αν και στο Κοσσυφοπέδιο χρησιμοποιήθηκαν, όπως στο Ιράκ, βόμβες ουρανίου και ο τότε εκπρόσωπος του ΝΑΤΟ Τζέιμι Σέι, στο πλευρό του οποίου είχε προστρέξει ο Κάμπελ, είχε απαντήσει: «Υπάρχει άλλη ερώτηση;».

Από τότε που ο ιστορικός Άλαστερ Χορν είχε αποφανθεί πως «το Κοσσυφοπέδιο κατέληξε να γίνει ο πιο μυστικός πόλεμος στην Ιστορία».
Από τότε που ο Βρετανός ανταποκριτής Τζέικ Λιντς είχε γράψει πως «μας πρόσφεραν μπόλικο υλικό, αλλά καθόλου ενημέρωση» και ο συνάδελφός του Πήτερ Νταν είπε πως αυτή ήταν «η πρώτη διεθνής σύγκρουση που διεξήχθη από τους εκπροσώπους του Τύπου».
Όταν, μετά το τέλος του πολέμου, οι ερευνητές αποφάνθηκαν πως στο Κόσσοβο δεν είχε συντελεστεί γενοκτονία, ο βρετανικός Τύπος υποχρεώθηκε να παραδεχθεί ότι θυσίασε την αξιοπιστία του στον βωμό της πολεμικής προπαγάνδας.
«Να θάψουμε τις ειδήσεις»!
Μετά, ξέσπασε ο πρώτος πόλεμος του 21ου αιώνα, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, ο πόλεμος στο Αφγανιστάν.
Και πάλι συγκλονίστηκε η Βρετανία, όταν αποκαλύφθηκε πως μια ώρα μετά το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, η Τζο Μουρ, σύμβουλος επικοινωνίας του Βρετανού πρωθυπουργού, έσπευσε να στείλει ένα κυνικό ηλεκτρονικό μήνυμα στους συνεργάτες της: «Είναι τώρα μια καλή ευκαιρία για να θάψουμε τις ειδήσεις που δεν μας συμφέρουν»!
Έκτοτε, οι αποκαλύψεις για την προπαγάνδα περί τα αίτια πότε του ενός και πότε του άλλου πολέμου υπήρξαν τόσο πολλές, που ήταν βέβαιο ότι η Βρετανία δεν θα… άντεχε!
Για παράδειγμα, την ημέρα που 1.700 Βρετανοί πεζοναύτες έφευγαν για το Αφγανιστάν, η Nτάουνινγκ Στρητ διοχέτευσε στον Τύπο την πληροφορία ότι οι αμερικανικές δυνάμεις ανακάλυψαν στο Ανατολικό Αφγανιστάν εργαστήριο κατασκευής όπλων μαζικής καταστροφής.
Διοχετεύθηκε επίσης η «είδηση» ότι το Ιράκ προμηθεύει την Αλ Κάιντα με χημικά και βιολογικά όπλα.
Την επομένη, το Πεντάγωνο διέψευσε τις πληροφορίες, αλλά ήδη οι βρετανικές εφημερίδες είχαν κυκλοφορήσει με τίτλους του τύπου «Φεύγουν οι πεζοναύτες μετά τον εντοπισμό εργαστηρίου βιολογικού πολέμου»!
Διότι, ως γνωστόν, ο πόλεμος της προπαγάνδας, ο «πόλεμος μέσα στον πόλεμο», ξεκινά παράλληλα με τον πραγματικό πόλεμο.
Και στο βρετανικό κοινοβούλιο ήσαν πολύ νωπές οι μνήμες της κατάθεσης εγγράφου (μετά από επιμονή κοινοβουλευτικών) από το οποίο προέκυψε πως ο Τόνι Μπλερ και ο μεγιστάνας του Τύπου Ρούπερτ Μέρντοχ είχαν συχνές τηλεφωνικές επαφές σε μια πολύ συγκεκριμένη περίοδο.
Μεταξύ του Σεπτεμβρίου 2002 και του Απριλίου 2005, Μπλερ και Μέρντοχ επικοινώνησαν έξι φορές. Και μάλιστα τρεις φορές μέσα στις εννέα ημέρες που προηγήθηκαν του πολέμου στο Ιράκ, μεταξύ των οποίων την παραμονή της αμερικανοβρετανικής εισβολής στις 20 Μαρτίου 2003.
Μια προσεκτικότερη μελέτη έδειξε πως οι δυο τους επικοινωνούσαν ακριβώς τις χρονικές εκείνες περιόδους που υπήρχε κάποιο πρόβλημα με την εκστρατεία και έπρεπε να καθησυχαστεί η κοινή γνώμη.
Η όλη υπόθεση κατέληξε σε εξεταστική επιτροπή υπό τον δικαστή Λίβσον, που ξεκίνησε τις εργασίες της τον Σεπτέμβριο του 2011 και τον Απρίλιο του 2012 – πολύ πρόσφατα, δηλαδή – ο Ρούπερτ Μέρντοχ προσήλθε να καταθέσει επί της κατηγορίας ότι ήλεγχε με τα μέσα ενημέρωσης που είχε στην κατοχή του, σειρά Βρετανών πρωθυπουργών.
Ανάμεσά τους και ο σημερινός πρωθυπουργός Κάμερον, η αξιοπιστία του οποίου είχε δεχθεί πλήγμα μετά τα δημοσιεύματα για στενούς δεσμούς με τον ισχυρότερο άνδρα των βρετανικών ΜΜΕ.
Την ίδια περίοδο, από το βήμα του κοινοβουλίου, ο Βρετανός πρωθυπουργός δήλωνε ότι πολιτικοί από όλες τις παρατάξεις διατηρούσαν στενές σχέσεις με τον μεγιστάνα.
Αφορμή για όλα αυτά, το γεγονός ότι μόλις είχε απομακρυνθεί ο υπουργός ΜΜΕ και Πολιτισμού Τζέρεμι Χαντ που κατηγορήθηκε ότι επιχείρησε να βοηθήσει τη News Corp του Μέρντοχ σε μια σημαντική εξαγορά.
Αποκαλύφθηκε επίσης πως μόνο κατά τους 15 μήνες πριν από την έναρξη της έρευνας, ο Μέρντοχ, ο γιος του και ανώτατα στελέχη των επιχειρήσεών του συναντήθηκαν με κορυφαίους υπουργούς της βρετανικής κυβέρνησης περισσότερες από εξήντα φορές!
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε το ειδικό ενδιαφέρον του Μέρντοχ για τα θέματα της Άμυνας και των πολεμικών εκστρατειών, καθώς με τον Βρετανό υπουργό Άμυνας Λάιαμ Φοξ, αποκαλύφθηκε ότι είχε συναντηθεί 16 φορές.
Αποκαλύφθηκε επίσης πως ο Φοξ είχε… ενημερώσει προσωπικά την πρώην διευθύνουσα σύμβουλο του ομίλου, Ρεμπέκα Μπρουκς, για τις πολεμικές εξελίξεις στο Αφγανιστάν και τη νέα αμυντική στρατηγική της Βρετανίας.
Αυτοκριτική από τον Μπλερ
Πρόσφατη είναι επίσης στη Βρετανία και η έκδοση των απομνημονευμάτων του Τόνι Μπλερ (Σεπτέμβριος 2010), όπου αναφέρει:
«Δεν μπορώ να μετανιώσω για την απόφαση να πάμε σε πόλεμο… Μπορώ να πως ότι ποτέ δεν είχα προβλέψει τον εφιάλτη που εκτυλίχθηκε. Συχνά έχω αναρωτηθεί εάν είχα άδικο. Σας ζητώ να σκεφθείτε μήπως όμως είχα και δίκιο».
Ειδική αναφορά κάνει και στα θύματα, γράφοντας:
«Εκείνοι έχουν φύγει, και εγώ, αυτός που έλαβε τις αποφάσεις για τις συνθήκες που οδήγησαν στον θάνατό τους, εξακολουθώ να ζω. Λυπούμαι βαθύτατα γι’ αυτούς, λυπούμαι για τις ζωές που χάθηκαν, λυπούμαι για τις οικογένειές τους, των οποίων η θλίψη έγινε ακόμη πιο βαριά από τη διαμάχη για τους λόγους του θανάτου των οικείων τους, λυπούμαι για την εντελώς άδικη επιλογή που έκανα. Δεν είχαμε προβλέψει τον ρόλο της Αλ Κάιντα ή του Ιράν».
Είναι προφανές πως και μόνο αυτή η ομολογία – και η δήλωση ότι θα διαθέσει τα έσοδα από τα απομνημονεύματά του σε οργάνωση που έχει αναλάβει να συνδράμει τα θύματα του πολέμου - ήταν αρκετή για να μην θελήσει η Βρετανία και νέα συμμετοχή σε νέο πόλεμο.
(Βέβαια, ο Μπλερ, για τον οποίο, τον καιρό του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, ο Χάρολντ Πίντερ είχε πει πως «δεν ήταν ψάρι-ουραγός, αλλά ψάρι-οδηγός», σήμερα που είναι απεσταλμένος του Κουαρτέτου για τη Μέση Ανατολή (ΟΗΕ, ΕΕ, ΗΠΑ, Ρωσία), δήλωνε έναν χρόνο αργότερα ότι ο πόλεμος της Δύσης εναντίον της τρομοκρατίας θα αργήσει να τελειώσει και ήδη από τότε, τον Σεπτέμβριο του 2011 δηλαδή, υποστήριξε την αλλαγή καθεστώτος σε Ιράν και Συρία).
Στη Βρετανία είναι επίσης πρόσφατη η υπό τον συνταξιούχο ανώτατο δημόσιο λειτουργό σερ Τζον Τσίλκοτ έρευνα της Επιτροπής που διερεύνησε τον ρόλο της Βρετανίας στον πόλεμο στο Ιράκ.
Η επιτροπή συστάθηκε με εντολή του διαδόχου του Μπλερ, Γκόρντον Μπράουν, ξεκίνησε τις εργασίες της τον Νοέμβριο του 2009, ενώ τον Ιανουάριο του 2011 εμφανίστηκε ενώπιόν της ο ίδιος ο Μπλερ, ο οποίος παραδέχθηκε πως είχε υποσχεθεί στήριξη στις ΗΠΑ έναν χρόνο πριν από την ανάληψη δράσης κατά του Σαντάμ Χουσεΐν.
Ένας μυστηριώδης θάνατος
Αλλά αυτό που μέτρησε περισσότερο απ’ όλα στην απόφαση των Βρετανών, είναι χωρίς αμφιβολία το γεγονός πως φέτος συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τον μυστηριώδη θάνατο (18 Ιουλίου 2013) του Βρετανού επιστήμονα και ειδικού στον βιολογικό πόλεμο Ντέβιντ Κέλλυ, στελέχους του βρετανικού υπουργείου Άμυνας, που είχε λάβει μέρος στην αποστολή του ΟΗΕ, η οποία διεξήγαγε τις έρευνες στο Ιράκ προκειμένου να διαπιστωθεί αν το καθεστώς του Σαντάμ διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής.
Τον Ιούλιο του 2003, ο Κέλλυ είχε κατηγορηθεί για μια off the record συζήτησή του με τον δημοσιογράφο του BBC Άντριου Γκίλλιγκαν, ειδικευμένου σε θέματα Άμυνας, στη διάρκεια της οποίας του είχε πει πως στο Ιράκ δεν είχε βρει όπλα που θα δικαιολογούσαν μια πολεμική εκστρατεία.
Ο Κέλλυ βρέθηκε νεκρός, με κομμένες τις φλέβες, σε ένα δάσος κοντά στην κατοικία του στο Οξφορντσάιρ και η Επιτροπή Χάττον, τη σύσταση της οποίας είχε διατάξει ο Μπλερ για να διερευνήσει τα αίτια του θανάτου του, είχε αποφανθεί πως επρόκειτο για αυτοκτονία.
Σύμφωνα με το πόρισμα της Επιτροπής, ο Κέλλυ είχε κόψει την φλέβα του καρπού του με ένα μαχαίρι του κήπου.
Μάλιστα, ο Λόρδος Χάττον αποφάνθηκε πως όλα τα σχετικά στοιχεία έπρεπε να παραμείνουν απόρρητα τα… 70 χρόνια!
Το γεγονός προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις στη Βρετανία και φέτος, κατά την επέτειο των δέκα χρόνων από τον θάνατό του, οργανώθηκαν ακόμη και διαδηλώσεις, προκειμένου να αποκαλυφθεί η αλήθεια.
Ο ίδιος ο Λόρδος Χάττον, σε μια συνέντευξή του τον Οκτώβριο του 2010, υποστήριξε πως έλαβε την συγκεκριμένη απόφαση για να προστατέψει την σύζυγο και τις κόρες του νεκρού.
Ήδη από το 2009, όμως, είχε δημιουργηθεί μια ομάδα Βρετανών που μέχρι σήμερα υποστηρίζουν πως δεν επρόκειτο για αυτοκτονία, ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας Αγγλίας και Ουαλίας έχει επιβεβαιώσει ότι σκέπτεται να ξανανοίξει τον φάκελο.
Τον περασμένο Ιούλιο, ο βρετανικός Τύπος αποκάλυψε επιστολή του Λόρδου Χάττον προς τον βουλευτή Νόρμαν Μπέικερ, από την οποία προκύπτει πως ο στενός φίλος του Μπλερ και άνθρωπος που κατείχε ρόλο-κλειδί κατά τις προετοιμασίες του πολέμου, ο Λόρδος Φάλκονερ, επικοινώνησε με τον Λόρδο Χάττον για να του αναθέσει την υπόθεση τρεις μόλις ώρες (σύμφωνα με τη νεκροτομή) μετά την ώρα θανάτου του Κέλλυ, δηλαδή πριν ακόμη βρεθεί και αναγνωριστεί το πτώμα του.
Πιστεύεται δηλαδή ότι η κυβέρνηση Μπλερ «έστησε» μια εξεταστική επιτροπή με σκοπό να υποκαταστήσει τις ανακριτικές αρχές.
Επιπλέον, από αίτημα κατάθεσης εγγράφου στη Βουλή προκύπτει πως εκείνη την ημέρα και ενώ πετούσε από την Ουάσιγκτον στο Τόκιο, ο Μπλερ είχε επικοινωνήσει δύο φορές με τον έμπιστό του Λόρδο Φάλκονερ.
Σύμφωνα μάλιστα με τις αναφορές της αστυνομίας, μέχρι το μεσημέρι της 18ης Ιουλίου 2003, τη σορό του Κέλλυ δεν είχαν δει παρά τα δύο μέλη του ασθενοφόρου που τον μετέφερε.
Και οι δύο, όμως, δήλωσαν προβληματισμένοι για τα αίτια του θανάτου, καθώς όταν έφθασαν στο σημείο διαπίστωσαν πως η ποσότητα του αίματος ήταν πολύ μικρή για να προκαλέσει τον θάνατό του.
Αλλά και αυτοί που έχουν πειστεί πως ο Κέλλυ αυτοκτόνησε, υποστηρίζουν πως οδηγήθηκε στο απονενοημένο διάβημα από τον Μπλερ και την παρέα του, προεξάρχοντος του αρχιπροπαγανδιστή του Άλαστερ Κάμπελ, ο οποίος άφησε να διαρρεύσει παντού πως ο επιστήμονας ήταν το «βαθύ λαρύγγι» του BBC.
Ο Κάμπελ υποχρεώθηκε σε παραίτηση ένα μήνα μετά τον θάνατο του Κέλλυ, αλλά συνεχίζει να εργάζεται ως σύμβουλος επικοινωνίας και πρόσφατα συμφώνησε απόλυτα με το πρώην αφεντικό του (τον Μπλερ) πως «θα ήταν εξαιρετικά ανεύθυνο και απίστευτα επικίνδυνο να μην υπάρξει επέμβαση στη Συρία».
Η παραποίηση των Φακέλων
Άλλωστε, ο Κάμπελ ήταν αυτός που είχε κάνει όλη τη «βρώμικη δουλειά», κατασκευάζοντας τον «Φάκελο του Σεπτεμβρίου» τον Σεπτέμβριο του 2002 και τον «Φάκελο Ιράκ», τον Φεβρουάριο του 2003, με τα «στοιχεία» για τα όπλα μαζικής καταστροφής.
Κατηγορήθηκε μάλιστα ότι επέβαλε στα στελέχη των μυστικών υπηρεσιών που είχαν αναλάβει να ετοιμάσουν τους φακέλους, να αλλοιώσουν τα στοιχεία.
Ο δημοσιογράφος Κίλλιγκαν τον κατηγόρησε για παραποίηση του φακέλου με τα στοιχεία για το Ιράκ, προκειμένου να εξασφαλισθεί η συναίνεση της βρετανικής κοινής γνώμης για τη συμμετοχή της Βρετανίας στον πόλεμο.
Καταθέτοντας στην Επιτροπή Χάττον, ο Κάμπελ αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε ανάμιξή του στη διόγκωση του «Φακέλου του Σεπτεμβρίου», αλλά στην πράξη διαψεύσθηκε από τα ίδια τα στοιχεία που έδωσε βάσει του προσωπικού του ημερολογίου, «καίγοντας» τον Μπλερ.
Στο ημερολόγιό του, αναφέρει πως ο τότε πρωθυπουργός δεν έκρυβε το ζωηρό του ενδιαφέρον για το Ιράκ. Σε σημείο που ο Κάμπελ, στις 3 Σεπτεμβρίου 2002, διερωτάται στο ημερολόγιό του: «Γιατί το Ιράκ, γιατί τώρα;»! Αποκαλύφθηκε επίσης ότι το πρωθυπουργικό περιβάλλον ασχολήθηκε υπερβολικά με τον «Φάκελο του Σεπτεμβρίου», ο οποίος πολλές φορές έκανε τη διαδρομή μεταξύ του αριθμού 10 της Ντάουνινγκ Στρητ και του γραφείου του διευθυντή των μυστικών υπηρεσιών Τζον Σκάρλετ, ενώ έγιναν και ειδικές συσκέψεις, τόσο για το περιεχόμενο του φακέλου, όσο και μετά την εκ μέρους του Κέλλυ παραδοχή ότι οι αποκαλύψεις του BBC μπορεί να ήσαν προϊόν των συνομιλιών του με δημοσιογράφους.

Στην προσπάθειά του να απαντήσει στα ερωτήματα της Επιτροπής, ο Κάμπελ αποκάλυψε πως το αρχικό κείμενο του φακέλου απορρίφθηκε επειδή «δεν ήταν αρκετά καλό για να δοθεί στη δημοσιότητα», ενώ στις 3 Σεπτεμβρίου ο ίδιος ο Μπλερ δήλωσε πως ένας «νέος φάκελος» θα γινόταν αντικείμενο επεξεργασίας σε σύσκεψη στην κατοικία του στο Σέντγεκφιλντ.

Έτσι, σε σύσκεψη στις 5 Σεπτεμβρίου αποφασίσθηκε πως ο νέος φάκελος έπρεπε να είναι «αποκαλυπτικός, νέος και ενημερωτικός». Εκεί ο Σκάρλετ του είπε πως «οι χαμηλόβαθμοι θα δυσαρεστηθούν και οι υψηλόβαθμοι θα ευχαριστηθούν». Και ο Κάμπελ του απάντησε: «Δεν πρέπει να δημοσιοποιηθεί τίποτε που να μην ευχαριστεί το 100%».
Ο Σκάρλετ επέμενε να έχει την αποκλειστική ευθύνη του φακέλου, απορρίπτοντας κάθε «βοήθεια» από τους επικοινωνιολόγους.
Ο Κάμπελ επέμενε για το αντίθετο, επειδή πίστευε ότι ο Σκάρλετ «δεν έχει την απαιτούμενη επικοινωνιακή εμπειρία».

Ένα νέο διορθωμένο κείμενο εστάλη στον Κάμπελ στις 17 Σεπτεμβρίου.
Την ίδια ημέρα, ο προσωπάρχης της Ντάουνινγκ Στρητ, Τζόναθαν Πάουελ έστελνε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα σημειώνοντας: «Ο φάκελος είναι καλός και πειστικός για όσους είναι προετοιμασμένοι να πεισθούν. Αλλά δεν περιέχει τίποτε που να αποδεικνύει την ύπαρξη απειλής».
Έτσι, μετά από πολλά πέρα δώθε και πολλές πιέσεις, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες «πείστηκαν» να προσθέσουν στον φάκελο ότι το Ιράκ ήταν σε θέση να ξεκινήσει μια επίθεση χημικού πολέμου εντός 45 λεπτών! Όσον αφορά στον φάκελο του Φεβρουαρίου του 2003, αποκαλύφθηκε πως προστέθηκαν εκ των υστέρων από δεκαετίας αποσπάσματα από ντοκτορά φοιτητή σχετικά με την πυρηνική υποδομή του Ιράκ.
Και το κερασάκι στην τούρτα: Τον περασμένο Ιούνιο, στη διάρκεια ομιλίας του στην Αυστραλία, ο Άλαστερ Κάμπελ, σε μια ακόμη προσπάθειά του να δικαιολογήσει τον ρόλο του, έφθασε στο σημείο να κατηγορήσει τον Ουίνστον Τσόρτσιλ, λέγοντας πως τα δικά του ψέματα για τη D-Day (Απόβαση στη Νορμανδία) ήταν πολύ χειρότερα από τα ψέματα του Μπλερ για τον Πόλεμο στο Ιράκ.
Όπως είπε, ο Τσόρτσιλ γέμισε τον κόσμο ψέματα, έκρυψε την αλήθεια ακόμη και από τους Βρετανούς βουλευτές, προκειμένου να παραπλανήσει τον Χίτλερ, όσον αφορά στην Απόβαση στη Νορμανδία, τον Ιούνιο του 1944.
Το γεγονός προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών στη γηραιά Αλβιόνα και ο Κάμπελ κατηγορήθηκε ότι προσέβαλε βάναυσα τη μνήμη του μεγαλύτερου Βρετανού πρωθυπουργού, του πρωθυπουργού της Νίκης, ο οποίος προσπαθούσε να παραπλανήσει τον εχθρό σε έναν δίκαιο πόλεμο.

ελευθερη ζώνη