Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Η κυβέρνηση «τρέλανε» και τους δείκτες της οικονομίας


Γράφει ο
Γιώργος Κύρτσος
 
Η κυβέρνηση Τσίπρα δεν «τρέλανε» μόνο τους Έλληνες πολίτες που υφίστανται στις συνέπειες της πολιτικής της, αλλά και τους βασικούς δείκτες της οικονομίας. Επειδή αλλάζουν συνεχώς οι πολιτικές προτεραιότητες της κυβέρνησης, σχεδόν όλοι οι ειδικοί, Έλληνες και ξένοι, πέφτουν συνεχώς έξω στις βασικές εκτιμήσεις και τις προγνώσεις τους. Δημιουργείται έτσι ένας πρόσθετος παράγοντας αστάθειας, εφόσον οι ακριβείς προγνώσεις είναι αναγκαίες για τη δημιουργία κλίματος οικονομικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης.

Μικρότερη ύφεση

Στο τρίτο τρίμηνο του 2015 άρχισε, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., η ύφεση που προκάλεσε με τις επιλογές της η πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα. Το ελληνικό ΑΕΠ υποχώρησε κατά 0,5% το τρίτο τρίμηνο, με αποτέλεσμα να έχουμε τη χειρότερη επίδοση σε επίπεδο ευρωζώνης. Σε ετήσια βάση η υποχώρηση του ΑΕΠ βρίσκεται στο 0,4%. Να θυμίσουμε ότι το 2014 η οικονομία αναπτύχθηκε για πρώτη φορά μετά το 2008 και η αρχική πρόγνωση των ειδικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2015 ήταν για δυναμική ανάπτυξη με αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,5%.

Η πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα έσπασε τη θετική δυναμική της οικονομίας, με αποτέλεσμα να επιστρέψουμε σταδιακά στην ύφεση. Τα καλά νέα είναι ότι η ύφεση είναι μικρότερης κλίμακας από αυτήν που είχε αρχικά προβλεφθεί. Στην αρχή εκτιμήθηκε ότι η πτώση του ΑΕΠ μπορούσε να φτάσει και το 4% το 2015 μετά την επιβολή των capital controls, στη συνέχεια μετριάστηκε ο υπολογισμός της ύφεσης σε 2 - 2,5% και τώρα επικρατεί το σενάριο μιας μείωσης του ΑΕΠ κατώτερης του 1,5% το 2015, η οποία όμως θα συνεχιστεί και το 2016.

Τα κακά νέα είναι ότι η μικρότερη της προβλεπόμενης ύφεση οφείλεται κατά κύριο λόγο στην καθυστέρηση στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων. Η κυβέρνηση έμεινε σκόπιμα πίσω στην είσπραξη των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών για να διευκολυνθεί στον πολιτικό σχεδιασμό της. Έτσι, οι ψηφοφόροι πήγαν στις κάλπες τον Σεπτέμβριο με αυξημένο το διαθέσιμο εισόδημά τους, αλλά και τις μελλοντικές φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις. Το αυξημένο διαθέσιμο εισόδημα στήριξε την κατανάλωση, με αποτέλεσμα να περιοριστούν τα υφεσιακά φαινόμενα το τρίτο τρίμηνο του 2015. Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι τι θα γίνει το τελευταίο τρίμηνο του 2015 και το πρώτο τρίμηνο του 2016, οπότε θα ξεκινήσει η σαρωτική εφαρμογή των διάφορων «πακέτων» μέτρων.


Πλεόνασμα χωρίς έσοδα

Αντιφατική είναι και η εικόνα για τα βασικά δημοσιονομικά μεγέθη. Από τη μία, έχουμε μείωση των καθαρών εσόδων του προϋπολογισμού για το 10μηνο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου κατά 2,12 δισ. ευρώ σε σχέση με τον αναθεωρημένο στόχο και κατά 5 δισ. ευρώ σε σχέση με τον αρχικό στόχο.

Η κατάρρευση των εσόδων περιορίζει την αξιοπιστία του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον γίνονται πιο δύσκολες η διαχείριση του χρέους και η κάλυψη των βασικών υποχρεώσεων του κράτους. Παρά τη μεγάλη πτώση των εσόδων, παρατηρείται πρωτογενές πλεόνασμα 4,5 δισ. ευρώ για το 10μηνο, το οποίο όμως οφείλεται στη ματαίωση ή στον ετεροχρονισμό των πληρωμών του Δημοσίου. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι οι δαπάνες του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) διαμορφώθηκαν σε 2,8 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 1 δισ. ευρώ έναντι του στόχου και κατά 1,3 δισ. ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2014.

Η κυβέρνηση Τσίπρα αδυνατεί να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα με βάση το πρόγραμμα και αυτά κινούνται σε κατώτερα του 2014 επίπεδα. Αυτό σημαίνει ότι η επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν τα κυβερνητικά στελέχη υπέρ της πάταξης της φοροδιαφυγής και της επαρκούς χρηματοδότησης του κράτους πρόνοιας δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα εφόσον οι σχετικές επιδόσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛ. είναι κατώτερες από τις επιδόσεις της κυβέρνησης Σαμαρά. Η δραστική μείωση των επενδυτικών δαπανών του Δημοσίου - οι οποίες είχαν περιοριστεί δραστικά και από τις προηγούμενες κυβερνήσεις- δείχνει πόσο αντιαναπτυξιακές είναι οι επιλογές της νέας κυβέρνησης.

Κατασπαταλήθηκαν πολλά δισεκατομμύρια ευρώ για να υποστηριχτεί με δημόσιο χρήμα η οικονομική διπλωματία Τσίπρα - Βαρουφάκη αλλά δεν βρέθηκαν τα αναγκαία δισεκατομμύρια για να οργανωθεί η επανεκκίνηση της οικονομίας με τη βοήθεια των αυξημένων δημόσιων επενδύσεων, με βάση τις προεκλογικές δεσμεύσεις που είχε αναλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ανάλογη εικόνα μιζέριας και πολιτικής υποκρισίας εμφανίζουν οι δαπάνες για τη δημόσια Υγεία και την Παιδεία, οι οποίες βρίσκονται σε μεγάλη πτώση σε σχέση με το 2014, παρά τη φιλολαϊκή φλυαρία των κυβερνητικών στελεχών.


Εξωπραγματικοί υπολογισμοί

Το εντυπωσιακό είναι ότι οι συνεχείς αλλαγές στην πολιτική των κυβερνήσεων Τσίπρα υποχρεώνουν τους Ευρωπαίους εταίρους και τους πιστωτές σε εξωπραγματικούς οικονομικούς υπολογισμούς.
Το 2015 επανήλθε το σενάριο του 2011, σύμφωνα με το οποίο οι ιδιωτικοποιήσεις θα εξασφαλίσουν σε βάθος χρόνου έσοδα ύψους 50 δισ. ευρώ στο Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοιες δυνατότητες δεν έχει η ελληνική οικονομία. Το 2011 επινοήθηκαν έσοδα 50 δισ. ευρώ από τις ιδιωτικοποιήσεις για να καλυφθεί, τουλάχιστον στα χαρτιά, το χρηματοδοτικό κενό που δημιούργησε η αποτυχημένη εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου από την κυβέρνηση Παπανδρέου.

Στη συνέχεια υιοθετήθηκαν πιο ρεαλιστικές εκτιμήσεις για την προοπτική των εσόδων από το πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης. Τελικά όμως οι Ευρωπαίοι εταίροι και οι πιστωτές κατέφυγαν και το 2015 στο εξωπραγματικό σενάριο των ιδιωτικοποιήσεων ύψους 50 δισ. ευρώ για να «αποδείξουν» στους φορολογούμενους πολίτες των χωρών τους ότι δεν θα επιβαρυνθούν από τις αυξημένες δανειακές ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου και πως θα πάρουν τελικά τα λεφτά τους πίσω.

Δεν είναι δύσκολο να προβλέψουμε ότι μόλις σταθεροποιηθεί η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και αρχίσει να εφαρμόζεται σχετικά ικανοποιητικά το τρίτο Μνημόνιο θα αναθεωρηθούν ξανά προς τα κάτω οι επίσημες προγνώσεις για τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις.

Σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση, πολύ χειρότερες από τις πραγματικές ήταν οι προγνώσεις των Ευρωπαίων εταίρων και των πιστωτών για τις ανάγκες της νέας ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Εκτιμήθηκε ότι θα κόστιζαν στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας 25 δισ. ευρώ, ένα εξαιρετικά σημαντικό ποσό την αποπληρωμή του οποίου θα αναλάμβαναν οι Έλληνες φορολογούμενοι.

Τελικά, η νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα χρειαστεί ένα ποσό της τάξης των 4 έως 5 δισ. ευρώ, το οποίο με το δυσμενέστερο σενάριο μπορεί να αυξηθεί στα 14 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις, το μεγαλύτερο μέρος των 4 έως 5 δισ. ευρώ, τα οποία θα χρειαστούν εάν τελικά επιβεβαιωθεί το βασικό σενάριο, θα προέλθει από ιδιωτικά κεφάλαια. Επομένως, η νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα έχει μικρό κόστος για το Ελληνικό Δημόσιο και τους Έλληνες φορολογουμένους. Αυτό, βέβαια, δεν καταργεί την εξαέρωση των δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ που κόστισαν οι προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις και χάθηκαν εξαιτίας της νέας τραπεζικής κρίσης που προκάλεσαν οι επιλογές Τσίπρα - Βαρουφάκη.

Η αυξομείωση των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου έχει «τρελάνει» και τα στοιχεία για το χρέος του Ελληνικού Δημοσίου. Με βάση την οικονομική πολιτική που εφάρμοζε η κυβέρνηση Σαμαρά, το χρέος του Ελληνικού Δημοσίου θα έφτανε σε μια οροφή της τάξης του 175% του ΑΕΠ το 2014 και στη συνέχεια θα άρχιζε να υποχωρεί. Με βάση τις νέες εκτιμήσεις, το χρέος του Ελληνικού Δημοσίου θα συνεχίσει να αυξάνεται -εξαιτίας των λαθών και των παραλείψεων των κυβερνήσεων Τσίπρα- το 2015 και το 2016 και θα αγγίξει το 200% του ΑΕΠ προτού αρχίσει η σταδιακή υποχώρηση.

Η «τρελή» πορεία βασικών οικονομικών μεγεθών αναδεικνύει την απόλυτη σύγχυση και τα νέα προβλήματα που προκάλεσε η εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ.

elzoni.gr