Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Η ανάδυση του παγόβουνου

Ειδική Επιτροπή για το Οργανωμένο Έγκλημα, τη Διαφθορά και το Ξέπλυμα Χρήματος (CRIM) 2012-2013
Θεματικό Έγγραφο για τη Διαφθορά
Τομείς συστημικής διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση των Κρατών Μελών και μέτρα ώστε να αντιμετωπιστεί η αρνητική της επίδραση στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Εισηγητής: Θ. Σκυλακάκης (ALDE)
Noέμβριος 2012
Πόσο εκτεταμένη είναι η συστημική διαφθορά;
Στην ΕΕ καταγράφονται τουλάχιστον 20 εκατομμύρια δωροδοκίες κάθε χρόνο (υποθέσεις «μικρής» διαφθοράς)
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να μετρήσουμε τη διαφθορά. Τα δεδομένα που στηρίζονται στην αντίληψη της διαφθοράς, δείχνουν ότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό και εκτεταμένο, καθώς και ότι οι επιπτώσεις του επηρεάζουν έντονα τους Ευρωπαίους πολίτες. Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο του 2012 (ειδικό ευρωβαρόμετρο υπ’ αριθ. 374), το 74% των Ευρωπαίων πολιτών δήλωσαν ότι η διαφθορά συνιστά μείζον πρόβλημα εντός των χωρών τους.
Οι καταγεγραμμένες υποθέσεις «μικρής» διαφθοράς (είτε αφορούν σε πρόσωπα είτε σε οικογένειες) σε 18 κράτη μέλη αποκαλύπτουν μια εικόνα συστημικής διαφθοράς σε σημαντικό αριθμό κρατών. Το Παγκόσμιο Βαρόμετρο Διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας 2010/2011, τα πορίσματα του οποίου βασίζονται σε πραγματικές συμπεριφορές έτσι όπως τις ομολογούν οι ίδιοι οι ερωτώμενοι, καταγράφει το ποσοστό των πολιτών που απάντησαν θετικά στην ερώτηση εάν οι ίδιοι (ή κάποιο άλλο μέλος του νοικοκυριού τους), έχουν δωροδοκήσει κάποιον φορέα της δημόσιας διοίκησης Κράτους Μέλους.
Οι αριθμοί αυτοί καταγράφουν υπαρκτές (υποεκτιμημένες ωστόσο[1]) εμπειρίες διαφθοράς και θα έπρεπε να ερμηνευθούν ως το απόλυτα ελάχιστο επίπεδο καταγεγραμμένης διαφθοράς σε χώρες μέλη (καλύπτονται 18 Κράτη Μέλη και το 90% του πληθυσμού της ΕΕ). Συνολικά, τουλάχιστον 20 εκατομμύρια υποθέσεις «μικρής» διαφθοράς λαμβάνουν χώρα ετησίως στα 18 υπό έρευνα Κράτη Μέλη.
Τα πεδία στα οποία αναφέρονται οι περισσότερες, με αριθμητικούς όρους, υποθέσεις «μικρής» διαφθοράς είναι οι ιατρικές υπηρεσίες (8,1 εκ. υποθέσεις), επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (2,8 εκ.), εκπαιδευτικό σύστημα (1,9 εκ), υπηρεσίες μητρώου και αδειοδοτήσεων (1,8 εκ), εφορίες (1,8 εκ), αστυνομία (1,5 εκ), πολεοδομίες (1,4 εκ), δικαιοσύνη (0,8 εκ) και τελωνεία (0,6 εκ).
Τα πεδία στα οποία είναι περισσότερες οι υποθέσεις «μικρής» διαφθοράς, με όρους ποσοστιαίας αναλογίας δωροδοκιών ανά επαφή είναι: Ιατρικές υπηρεσίες 6,2 %, πολεοδομίες 5 %, τελωνεία 4,8 %, δικαιοσύνη 4,2%, αστυνομία 3,8 %, υπηρεσίες μητρώου και αδειοδοτήσεων 3,8 %, εκπαιδευτικό σύστημα 2,5 %, επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας 2,5 %, εφορίες 1,9%.
Επί τη βάσει αυτών των δεδομένων, είναι εμφανές ότι υπάρχει σε μεγάλη έκταση συστημική «μικρή» διαφθορά σε έναν μεγάλο αριθμό Κρατών Μελών. Είναι εξίσου σημαντική η παρατήρηση ότι υφίστανται μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα Κράτη Μέλη. Η εικόνα ποικίλει, από τη σχεδόν μηδενική διαφθορά σε ορισμένους τομείς, σε επιλεγμένα Κράτη Μέλη, έως τη μαζική συστημική διαφθορά (όπου το 15-35% των νοικοκυριών που έρχονται σε επαφή με έναν δημόσιο φορέα, καταλήγουν στη δωροδοκία), σε συγκεκριμένους τομείς άλλων Κρατών-Μελών. Υπάρχουν επίσης τομείς με σχετικά χαμηλά ποσοστά αναφερόμενης δωροδοκίας, σε Κράτη-Μέλη που βρίσκονται ψηλά στη λίστα διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας και το αντίθετο.
Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία περί διαφθοράς, η «μικρή» διαφθορά σχετίζεται άμεσα με τη μεσαία και μεγάλη διαφθορά, καθώς και με τις διαφορετικές μορφές «νομότυπης διαφθοράς» (χρήση «μέσου», αδύναμη εποπτεία, αναποτελεσματικοί κανονισμοί, χρήση της επιρροής σε κρατικούς λειτουργούς για τη διαμόρφωση ευνοϊκών κανονισμών κλπ.). Πρόκειται για συναφείς πτυχές του ιδίου ευρύτερου φαινομένου. Γι΄ αυτόν τον λόγο, ενώ δεν μπορούμε να μετρήσουμε απευθείας τη «μεσαία» και τη «μεγάλη» διαφθορά, μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι είναι τουλάχιστον τόσο ευρείες όσο η «μικρή» διαφθορά, καθώς και ότι διαμορφώνονται, στις περισσότερες περιπτώσεις, κατά ένα παρόμοιο γεωγραφικό και θεσμικό πρότυπο.
Τα ανωτέρω συμπεράσματα συμφωνούν με τα αντίστοιχα της πιο πρόσφατης εκτίμησης κινδύνου για την ΕΕ, που διενεργήθηκε από τη Διεθνή Διαφάνεια[2]. Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, «καμιά χώρα δεν παίρνει απολύτως καθαρό υγειονομικό πιστοποιητικό, μετά από αυτόν τον έλεγχο ακεραιότητας». Επιπροσθέτως, σε κάποιες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης “έχει υπάρξει μια ανάσχεση της θετικής προόδου που είχε σημειωθεί στα μέτρα εναντίον της διαφθοράς, μετά την είσοδό τους στην ΕΕ ”, ενώ στη Νότια Ευρώπη, ένας αριθμός χωρών έχουν “βαθειά ριζωμένα προβλήματα αναποτελεσματικότητας, κακής πρακτικής και διαφθοράς, τα οποία ούτε ελέγχονται ούτε τιμωρούνται επαρκώς. Οι δεσμοί ανάμεσα στη διαφθορά και την τρέχουσα πιστωτική και οικονομική κρίση σ’ αυτές τις χώρες δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί”.
Ο αντίκτυπος της συστημικής διαφθοράς στα Κράτη Μέλη και στα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ
Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη ανακοίνωση της Επιτροπής, αναφορικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ, η διαφθορά εκτιμάται ότι στοιχίζει 120 δις ευρώ τον χρόνο ή το ένα τοις εκατό του ευρωπαϊκού ΑΕΠ και "προκαλεί οικονομική ζημία μειώνοντας τα επίπεδα των επενδύσεων, παρεμποδίζοντας τη δίκαιη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και μειώνοντας τα δημόσια έσοδα. Προκαλεί επίσης κοινωνική βλάβη, καθώς οι ομάδες του οργανωμένου εγκλήματος χρησιμοποιούν τη διαφθορά για να διαπράξουν άλλα σοβαρά εγκλήματα, όπως η διακίνηση ναρκωτικών ή ανθρώπων".
Δεν υφίσταται ασφαλής τρόπος μέτρησης των επιπτώσεων της διαφθοράς στα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ, με βάση τα δεδομένα υποθέσεων «μικρής» διαφθοράς που έχουμε στη διάθεσή μας. Από τη φύση τους, δεν μπορούν να καλύψουν πεδία όπως οι προμήθειες και η διαχείριση προγραμμάτων και projects της ΕΕ, τα οποία και επηρεάζονται κυρίως από τη μεσαία και μεγάλη διαφθορά. Ούτε μπορούν να καλύψουν το πεδίο της απάτης που σχετίζεται με τη μικρή διαφθορά, ειδικά στον αγροτικό τομέα, τα κοινωνικά ταμεία της ΕΕ κλπ.
Μολαταύτα, όταν υπάρχουν τουλάχιστον 20 εκατομμύρια υποθέσεις «μικρής» διαφθοράς στον δημόσιο τομέα εντός της ΕΕ, είναι προφανές ότι το φαινόμενο διαχέεται και στους τομείς της δημόσιας διοίκησης των Κρατών Μελών (καθώς και στα αντίστοιχα πολιτικά πρόσωπα), που έχουν την ευθύνη της διαχείρισης των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων και των λοιπών οικονομικών της συμφερόντων. Αυτοί οι αριθμοί (που ούτε έχουν συγκεντρωθεί με έναν συστηματικό και εναρμονισμένο τρόπο στην ΕΕ ούτε έχουν συζητηθεί και αναλυθεί επαρκώς), όχι μόνο αποδεικνύουν την ύπαρξη συστημικής διαφθοράς σε μεγάλο αριθμό Κρατών Μελών, αλλά αποκαλύπτουν την εγγενή αδυναμία των διοικήσεών τους να καταπολεμήσουν τη συστημική διαφθορά εν γένει, περιλαμβανομένων φυσικά της απάτης και της διαφθοράς στη χρήση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων και σε άλλα πεδία ευρωπαϊκού οικονομικού ενδιαφέροντος.
Για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά ενοχλητικό το γεγονός ότι στα τελωνεία, όπου υφίσταται ευθύ και σημαντικό ευρωπαϊκό οικονομικό συμφέρον, η ανάλυση των στοιχείων της Διεθνούς Διαφάνειας περί δωροδοκιών δείχνει μια εξαιρετικά εκτεταμένη διαφθορά (αναφέρονται 600,000 υποθέσεις «μικρής» διαφθοράς, παρά το γεγονός ότι είναι μικρός ο αριθμός των πολιτών που εμπλέκονται σε τέτοιου είδους συναλλαγές).
Τα Κράτη Μέλη που είναι οι μεγαλύτεροι λήπτες ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων είναι αυτά με τα υψηλότερα νούμερα υποθέσεων διαφθοράς και με την χαμηλότερη βαθμολογία στον πίνακα ακεραιότητας της Διεθνούς Διαφάνειας. Συνεπώς, τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ είναι πιο ευάλωτα απ’ όσο δείχνουν οι ευρωπαϊκοί μέσοι όροι που αναφέρονται εδώ.
Πόσο αποτελεσματικά καταπολεμούν τη συστημική διαφθορά τα Κράτη Μέλη;
Είμαστε μόνο μερικώς ικανοί να απαντήσουμε σ’ αυτή την ερώτηση. Όπως ειλικρινά παραδέχεται η Επιτροπή: “Δεν υφίσταται μέχρι τώρα ένας μηχανισμός που να ελέγχει την ύπαρξη και να μετρά με έναν συνεκτικό τρόπο, σε διατομεακό επίπεδο, την αποτελεσματικότητα των πολιτικών εναντίον της διαφθοράς στην ΕΕ και τα Κράτη Μέλη[3]. Σε διεθνές επίπεδο, οι βασικοί μηχανισμοί παρακολούθησης και αξιολόγησης είναι η Ομάδα Κρατών εναντίον της Διαφθοράς (GRECO) στο Συμβούλιο της Ευρώπης, η Ομάδα Εργασίας για τη Δωροδοκία του ΟΟΣΑ και ο μηχανισμός αναθεώρησης της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών εναντίον της διαφθοράς (UNCAC). “Δεδομένης της περιορισμένης ορατότητας της διακυβερνητικής GRECO η διαδικασία αξιολόγησης και ο μηχανισμός παρακολούθησης της, δεν έχουν, ως τώρα, κινητοποιήσει την απαραίτητη πολιτική βούληση των Κρατών Μελών για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την διαφθορά[4]
Ωστόσο, μόνο 4 Κράτη Μέλη της ΕΕ εφαρμόζουν ενεργά τη Σύμβαση για την Καταπολέμηση της Δωροδοκίας των Αλλοδαπών Αξιωματούχων στις Διεθνείς Επιχειρηματικές Συναλλαγές του ΟΟΣΑ (Anti-Bribery Convention) ενώ καθόλου ή ελάχιστης εφαρμογής τυγχάνει σε 12 Κράτη Μέλη,[5]
Διάφορα Κράτη Μέλη της ΕΕ έχουν επικυρώσει όλα ή τουλάχιστον τα περισσότερα διεθνή κείμενα για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Ωστόσο, τρία Κράτη Μέλη δεν έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το Ποινικό Δίκαιο της Διαφθοράς, δώδεκα δεν έχουν επικυρώσει το συμπληρωματικό της Πρωτόκολλο και επτά τη Σύμβαση για το Αστικό Δίκαιο της Διαφθοράς. Τρία δεν έχουν ακόμα επικυρώσει την UNCAC. Πέντε δεν έχουν ακόμα επικυρώσει τη Σύμβαση του ΟΟΣΑ εναντίον της Δωροδοκίας.[6]
Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενεργοί μηχανισμοί παρακολούθησης και αξιολόγησης, τα αποτελέσματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Αναφορικά με την εφαρμογή του μέρους της σύμβασης εναντίον της δωροδοκίας που αναφέρεται στη δωροδοκία ξένων αξιωματούχων, οι αναφορές του ΟΟΣΑ για ένα μεγάλο Κράτος Μέλος της ΕΕ που έχει μια από τις καλύτερες βαθμολογίες στον σχετικό δείκτη της Διεθνούς Διαφάνειας (6ο ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ για το 2011), καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται στην πραγματικότητα οι πράξεις διαφθοράς των ξένων αξιωματούχων (συμπεριλαμβανομένων των αξιωματούχων άλλων Κρατών Μελών).
Σε αυτό το Κράτος Μέλος, από το 2005 έως το τέλος του 2010, 69 άτομα τιμωρήθηκαν, εκ των οποίων οι 30 τιμωρήθηκαν ποινικά και οι 35 τιμωρήθηκαν με την καταβολή προστίμου. Εκ των 30 τιμωρηθέντων ποινικά, οι 23 τιμωρήθηκαν με φυλάκιση σε αναστολή και οι 4 φυλακίσθηκαν κανονικά. Μεταξύ των τιμωρηθέντων με φυλάκιση σε αναστολή, οι 4 καταδικάσθηκαν για ιδιαιτέρως σοβαρές υποθέσεις δωροδοκίας ξένων δημόσιων αξιωματούχων (διασυνοριακή διάσταση της διαφθοράς).
Όταν εξετάζουμε αυτές τις χώρες τις ΕΕ που βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο του δείκτη αντίληψης της διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας, η εικόνα είναι ακόμα χειρότερη, διότι τα εργαλεία διόρθωσης του προβλήματος είναι αυτά καθ’ αυτά ατελή. Έχουμε ήδη αναφερθεί στο υψηλό επίπεδο συστημικής «μικρής» διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση πολλών Κρατών Μελών. Όπως επισημαίνει η Διεθνής Διαφάνεια, η κατάσταση είναι το ίδιο κακή στο πολιτικό επίπεδο, όπως και στην περιοχή της ΕΕ ως σύνολο. “...μια άσχημη εικόνα αναδύεται από τους κεντρικούς θεσμούς διακυβέρνησης, όπως τα κοινοβούλια και οι κυβερνήσεις. Αποδεικνύονται εξαιρετικά αδύνατοι όταν πρόκειται να θεσπίσουν και να εφαρμόσουν ασφαλιστικές δικλείδες εναντίον της διαφθοράς....” και “υφίσταται ένα ξεκάθαρο κενό ανάμεσα στο γράμμα του νόμου και σ’ αυτό που συμβαίνει στην πράξη, στην εν γένει λειτουργία των διαφόρων θεσμών. Η έμπρακτη εφαρμογή υστερεί σημαντικά έναντι του θεσμικού πλαισίου, σε όλη την περιοχή. ”[7]
Ακόμα και στις πιο εξειδικευμένες προσπάθειες εναντίον της διαφθοράς, όπως η προστασία των πληροφοριοδοτών και η τιμωρία των εμπλεκομένων δημόσιων αξιωματούχων, η κατάσταση είναι εξαιρετικά προβληματική. Σύμφωνα με τη Διεθνή Διαφάνεια,[8] μόνο δύο χώρες στην ΕΕ παρέχουν επαρκή προστασία έναντι των αντιποίνων εις βάρος των πληροφοριοδοτών, τη στιγμή που υπάρχουν άλλα Κράτη Μέλη όπου μόνο ένα μικρό ποσοστό των υποθέσεων διαφθοράς που σχετίζονται με τις διαδικασίες για τους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα καταλήγουν σε καταδίκη[9]. Και φυσικά αυτό αφορά μόνο τη «μικρή» διαφθορά. Σε μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς, στις οποίες εμπλέκονται υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, πολιτικοί και πολιτικά κόμματα, η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη. Σε υποθέσεις όπου αυτοί που δωροδόκησαν δημόσιους αξιωματούχους σε ένα κράτος μέλος και τιμωρήθηκαν ελαφρά και περιορισμένα, όπως προαναφέρθηκε, οι δωρολήπτες στο άλλο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών και των πολιτικών κομμάτων, ακόμα περιμένουν την εις βάρος τους άσκηση δίωξης.
Πόσο αποτελεσματικά προστατεύει η ΕΕ τα δικά της οικονομικά συμφέροντα από τη διαφθορά και την απάτη;
Σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής του 2010 για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, το κόστος της απάτης εκτιμάται σε περίπου 600 εκ. ευρώ ετησίως από πλευράς εσόδων και δαπανών, παρά το θεσμοθετημένο νομικό πλαίσιο. Η Επιτροπή πιστεύει ότι το πραγματικό ποσό είναι ακόμα υψηλότερο, καθώς και ότι δεν διερευνώνται και αναφέρονται όλες οι υποθέσεις[10].
Δεν έχουμε επαρκή στοιχεία για τα ποσοστά των υποθέσεων διαφθοράς και απάτης που επηρεάζουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ και διώχθηκαν επιτυχώς από τα Κράτη Μέλη. Όσον αφορά τις υποθέσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (ΟLAF), σύμφωνα με τον αρμόδιο Επίτροπο Algirdas Semeta, από το 2000, 281 από τις συνολικά 647 υποθέσεις που παραπέμφθηκαν από την OLAF στις εθνικές δικαστικές αρχές απερρίφθησαν” και έτσι “δεν δόθηκε περαιτέρω συνέχεια σε αυτές τις υποθέσεις από τις εσωτερικές δικαστικές αρχές”. Στις υπόλοιπες εξ αυτών το ποσοστό καταδίκης ήταν επίσης χαμηλό “με έναν ευρωπαϊκό μέσο όρο 41%”.
Παρ’ όλα αυτά, σ έναν τομέα που αφορά άμεσα τα ευρωπαϊκά οικονομικά συμφέροντα (τελωνεία), έχουμε ενδείξεις ενός ελάχιστου αριθμού 600,000 υποθέσεων «μικρής» διαφθοράς. Είναι λοιπόν εμφανές ότι οι υπάρχουσες προσπάθειες της ΕΕ εναντίον της διαφθοράς, με όρους άσκησης δίωξης σε υποθέσεις που επηρεάζουν τα οικονομικά της συμφέροντα, είναι, σε ορισμένα πεδία τουλάχιστον, εντελώς αναποτελεσματικές.
Δεν είναι δύσκολη η εξήγηση αυτού του φαινομένου. Έως τώρα οι περισσότερες από τις προσπάθειές της βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά σε προληπτικά μέτρα, σε διατάξεις και κανονισμούς, οι οποίοι είναι συνήθως αντίστοιχης αποτελεσματικότητας με τις διοικήσεις που τους εφαρμόζουν. Υπάρχουν ωστόσο σημαντικές εστίες συστημικής διαφθοράς εντός αυτών των διοικήσεων, με συνέπεια να μην υφίστανται επαρκή πολιτικά κίνητρα για την αποκάλυψη τυχόν απάτης στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, τη στιγμή μάλιστα που πλήττονται και τα οικονομικά συμφέροντα του κράτους μέλους (εάν μια υπόθεση αποκαλυφθεί, πλήττεται το εθνικό κύρος και επιστρέφονται χρηματοδοτήσεις στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, οι οποίες έχουν πληρωθεί από τον φορολογούμενο της κάθε χώρας). Επιπροσθέτως, η ΕΕ έχει έναν πολύ αδύναμο ίδιο μηχανισμό έρευνας.
Η ίδια η Επιτροπή και ο διευθυντής της OLAF, που έχει και την ευθύνη για αυτές τις προσπάθειες εναντίον της απάτης, περιγράφουν την πραγματικότητα με τα δικά τους λόγια:
· “Οι διαφορές στο νομικό πλαίσιο των Κρατών Μελών και τα επιχειρησιακά και οργανωτικά εμπόδια που προκύπτουν στην διασυνοριακή έρευνα εντός της ΕΕ σημαίνουν ότι τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ δεν προστατεύονται ισοδύναμα σε όλη την ΕΕ[11].”
· Giovanni Kessler, Διευθυντής ΟLAF: “Έχουμε ήδη 1300 εισερχόμενες πληροφορίες τον χρόνο. Δεν είμαι σε θέση, με τις περικοπές προσωπικού κλπ., να επιδιώξω την άντληση περαιτέρω πληροφοριών … Η OLAF δεν έχει τη θεσμική βάση, το προσωπικό και την ισχύ να διεξαγάγει έρευνες με δική της πρωτοβουλία. Εάν μου ζητήσετε να το κάνω, θα είμαι ευτυχής. Πώς μπορώ να το κάνω όμως; Δεν μπορώ. Δεν μπορώ ούτε να πάω και να ψάξω τους τραπεζικούς λογαριασμούς ενός υπό έρευνα προσώπου.”
Νέες προκλήσεις
Όσο προχωράμε προς μια στενότερη οικονομική, τραπεζική και χρηματοπιστωτική ένωση, οι οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις της διαφθοράς είναι περισσότερο σημαντικές για την Ένωση ως όλον και ακόμα περισσότερο για τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης.
Ο βασικός εχθρός της Ευρωζώνης είναι το χάσμα παραγωγικότητας ανάμεσα στα κράτη μέλη. Αυτό προκαλεί, τόσο μεσοπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, χάσμα ανταγωνιστικότητας, που δεν είναι δυνατόν ν’ αντιμετωπισθεί με νομισματική υποτίμηση και οδηγεί σε πολιτικά μη διατηρήσιμα προγράμματα λιτότητας, που στοχεύουν στην εσωτερική υποτίμηση. Η συστημική διαφθορά στον δημόσιο τομέα, η οποία δρα ως μεγάλη τροχοπέδη της αποτελεσματικότητας, των άμεσων ξένων επενδύσεων και της καινοτομίας, εμποδίζει συνεπώς την ομαλή λειτουργία της νομισματικής ένωσης.
Aυτό, όπως επισημαίνει η Διεθνής Διαφάνεια, έχει ήδη συμβεί. (“Η έρευνα δείχνει μια ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στη διαφθορά και τα δημοσιονομικά ελλείμματα, ακόμα και στις λεγόμενες πλούσιες χώρες. Οι ευρωπαϊκές χώρες που έχουν τις χειρότερες επιδόσεις στους παγκόσμιους δείκτες μέτρησης του «ελέγχου της διαφθοράς», έχουν ταυτόχρονα και τα υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα[12]), και θα συμβαίνει συνέχεια εφόσον τα κράτη μέλη δεν συγκλίνουν προς χαμηλότερους δείκτες διαφθοράς, βελτιώνοντας παράλληλα και τους οικονομικούς τους δείκτες. Μια νομισματική ένωση ανάμεσα σε κάποια μέλη που έχουν χαμηλά ή πολύ χαμηλά επίπεδα διαφθοράς και άλλα στα οποία η συστημική διαφθορά είναι κρατούσα, είναι μια νομισματική ένωση που δεν πρόκειται να λειτουργήσει ομαλά. Είναι μια παγιδευμένη Ένωση.
Η διαφθορά, ειδικά όταν αφορά τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, υπονομεύει επίσης την πολιτική θέληση για μεταβιβάσεις πόρων εντός της Ένωσης. Γι’ αυτό και παρατηρούνται ισχυρές αντιστάσεις στο αίτημα για μεγαλύτερο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, ακόμα και σε χώρες που το υποστηρίζουν ξεκάθαρα. Και αυτό δημιουργεί πρόβλημα, εφόσον ο μεγαλύτερος προϋπολογισμός συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για μια πιο συνεκτική και λειτουργική οικονομική και πιστωτική ένωση.
Στις χώρες που βρίσκονται ήδη σε πρόγραμμα προσαρμογής, η συστημική διαφθορά υπονομεύει την πολιτική νομιμοποίηση των μέτρων, καθώς εκλαμβάνεται ως μέσο άνισης κατανομής των θυσιών, τις οποίες καλούνται να κάνουν οι απλοί πολίτες.
Οι τεράστιες διαφορές στα επίπεδα διαφθοράς (ειδικά στα τελωνεία και τις εφορίες) υπονομεύουν επίσης την προοπτική σημαντικής αύξησης των αμιγώς ευρωπαϊκών πόρων, εφόσον αυτή η κατάσταση οδηγεί σε ανισότητα των εισφορών μεταξύ των κρατών μελών (εξαιτίας της φοροδιαφυγής και της απώλειας τελωνειακών εσόδων).
Δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική οικονομική και χρηματοπιστωτική Ένωση χωρίς Ένωση εναντίον της διαφθοράς
Υπάρχουν νομικά εργαλεία για να επιταχύνουμε την προσπάθεια εναντίον της διαφθοράς στη ΕΕ
Σύμφωνα με το άρθρο 3(2) Συνθ. ΕΕ, η Ένωση παρέχει στους πολίτες της μια περιοχή ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης..σε συνδυασμό με τα κατάλληλα μέσα για την πρόληψη και αντιμετώπιση του εγκλήματος.
Η διαμόρφωση αυτής της περιοχής ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης αποτελεί κοινή αρμοδιότητα της Ένωσης και των κρατών. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με το άρθρο 6 Συνθ. ΛΕΕ, η Ένωση έχει αρμοδιότητα να αναλαμβάνει δράσεις για να υποστηρίζει, να συντονίζει ή να συμπληρώνει τη δράση των Κρατών Μελών. Υπάρχει λοιπόν έδαφος συνεργασίας ανάμεσα στα δύο επίπεδα διακυβέρνησης.
Η Συνθήκη παρέχει τα κατάλληλα νομικά εργαλεία για να επιτευχθεί η επιτάχυνση των ενεργειών εναντίον της διαφθοράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατά πρώτον, η Συνθήκη ΕΕ προβλέπει ειδικά τη δυνατότητα για ευρωπαϊκή νομοθεσία εναντίον της διαφθοράς, καθόσον η διαφθορά συμπεριλαμβάνεται στη λίστα των ιδιαιτέρως σοβαρών αδικημάτων, για τα οποία η Συνθήκη θεωρεί ότι έχουν "διασυνοριακή διάσταση, η οποία απορρέει ιδίως από τη φύση ή τις επιπτώσεις των αδικημάτων αυτών ή λόγω ειδικής ανάγκης να κ
...

[Κομμένο μήνυμα] Προβολή ολόκληρου του μηνύματος