Έρευνα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΡΔΟΚΑΣ
Τα μεγάλα κατασκευαστικά έργα στη χώρα μας συνήθως χαρακτηρίζονται από τεράστιες καθυστερήσεις, αλλά κανένα δεν πλησιάζει εκείνο της Διώρυγας της Κορίνθου, από την κατασκευή της οποίας συμπληρώθηκαν αυτές τις ημέρες 133 χρόνια, καθώς για την ολοκλήρωσή της χρειάστηκε να περάσουν περίπου 2.500 χρόνια.
Η πρώτη απόπειρα κατασκευής διώρυγας ανάγεται στον 6ο π.Χ. αιώνα και αποδίδεται στον τύραννο της Κορίνθου -και έναν από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας- Περίανδρο, ο οποίος εγκαταλείπει τα σχέδιά του ύστερα από χρησμό της Πυθίας: «Τον Ισθμό ούτε να τον οχυρώσετε ούτε να τον σκάψετε. Γιατί ο Δίας έφτιαξε νησί, όπου έκρινε σωστό». Τα σχέδια
εγκαταλείπονται εξαιτίας του φόβου για την οργή των θεών, αλλά και των αντιδράσεων των εμπόρων και των κατοίκων της περιοχής, που θεωρούν τη διώρυγα τροχοπέδη για την αλματώδη ανάπτυξη της Κορίνθου. Η πόλη ανθεί χάρη στα πολύ υψηλά τέλη που πληρώνουν τα πλοία για να διασχίσουν αυτό το στενό κομμάτι γης, το οποίο ενώνει την Πελοπόννησο με τη Στερεά Ελλάδα και χωρίζει το Αιγαίο από το Ιόνιο Πέλαγος, με έναν ιδιαίτερο τρόπο.Ο Δίολκος
Στη χάραξη της σημερινής διώρυγας υπήρχε ήδη από τον 8ο π.Χ. αιώνα ο Δίολκος, ένας διάδρομος από πλάκες πωρόλιθου, επενδυμένος με ξύλα που έφεραν αυλακώσεις στο κέντρο τους. Τα πλοία έφταναν στα λιμάνια του Κορινθιακού ή του Σαρωνικού, εκφορτώνονταν από τα εμπορεύματα και τα κινητά μέρη τους, όπως κατάρτια και πανιά, στη συνέχεια ανελκύονταν πάνω στον Δίολκο και «κούμπωναν» σε ένα αλειμμένο με λίπος αυλάκι που υπήρχε στο κέντρο του. Αφού κατέβαλλαν τα πανάκριβα τέλη στην πόλη της Κορίνθου, τα πλοία σύρονταν από δούλους από τη μία ακτή στην άλλη, ενώ τα υποζύγια μετέφεραν τα εμπορεύματα, τα οποία φορτώνονταν εκ νέου στα πλοία, που πλέον ήταν ελεύθερα να συνεχίσουν την πορεία τους, αποφεύγοντας τα επικίνδυνα ακρωτήρια του Ταίναρου και του Μαλέα.
Αργότερα, το 307 π.Χ., ο Δημήτριος ο Πολιορκητής αναβάλλει την τελευταία στιγμή το μεγαλόπνοο σχέδιό του για τη διάνοιξη της διώρυγας, όταν οι Αιγύπτιοι μηχανικοί του τον διαβεβαιώνουν ότι κάτι τέτοιο θα είχε ως συνέπεια την εξαφάνιση της Αίγινας και των νησιών του Σαρωνικού από τα νερά του Κορινθιακού, που θα χύνονταν εκεί. Αρκετούς αιώνες αργότερα, το 67 μ.Χ., ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Νέρων επιχειρεί να υλοποιήσει το σχέδιο και εγκαινιάζει το έργο, δίνοντας ο ίδιος το πρώτο χτύπημα με χρυσή αξίνα, υπό τους ήχους σαλπίγγων. Παρά τις κατά καιρούς απόπειρες διάνοιξης, η έλλειψη χρημάτων και η απουσία της αναγκαίας τεχνολογίας καθιστούν αδύνατη τη συνέχιση και την ολοκλήρωση του μεγαλεπήβολου έργου.
Ο Καποδίστριας

Στα νεότερα χρόνια, ο Ιωάννης Καποδίστριας αντιλαμβάνεται πλήρως τα τεράστια οφέλη που θα είχε η διάνοιξη για τους εμπορικούς δρόμους του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Αναθέτει τη σχετική μελέτη σε Γάλλο μηχανικό, όμως το δυσθεώρητο κόστος κατασκευής, που υπολογίζεται σε 40.000.000 χρυσά φράγκα, βάζει τέλος σε κάθε συζήτηση. Στα μέσα του 19ου αιώνα η Βιομηχανική Επανάσταση ανοίγει νέες προοπτικές για την ολοκλήρωση μεγάλων τεχνικών έργων, που μέχρι τότε έμοιαζαν αδύνατα. Ετσι, η επιτυχής διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ (1859-1869) επαναφέρει το ζήτημα στο προσκήνιο. Τον Νοέμβριο του 1869 η κυβέρνηση του Θρασύβουλου Ζαΐμη ψηφίζει τον νόμο περί «Διορύξεως του Ισθμού της Κορίνθου», ο οποίος δίνει τη δυνατότητα κατασκευής και εκμετάλλευσης του έργου από ιδιώτη ή εταιρία για 99 χρόνια. Ωστόσο, η σύμβαση που υπογράφεται με γαλλική εταιρία δεν τίθεται ποτέ σε ισχύ

Το 1881 το Ελληνικό Δημόσιο κατοχυρώνει το έργο στον Ούγγρο στρατηγό Στέφανο Τυρ και έναν χρόνο αργότερα εκείνος ιδρύει, με τη συνδρομή γαλλικής τράπεζας, τη «Διεθνή Εταιρεία της Θαλάσσιας Διώρυγας της Κορίνθου». Το 1882 πραγματοποιούνται τα εγκαίνια των έργων, τα οποία αρχίζουν αμέσως πάνω στη χάραξη του Νέρωνα. Παρότι εργάζονται εκεί κορυφαίοι ξένοι μηχανικοί και χρησιμοποιούνται οι πλέον σύγχρονες τεχνολογικές μέθοδοι της εποχής, οκτώ χρόνια αργότερα τα έργα σταματούν εξαιτίας της χρεοκοπίας της εταιρίας. Η ολοκλήρωση του έργου αναλαμβάνεται από την εταιρία του Ανδρέα Συγγρού, η οποία αναθέτει την εκτέλεση στην εργοληπτική εταιρία του Α. Μάτσα. Τα εγκαίνια πραγματοποιούνται στα τέλη Ιουλίου του 1893 με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια. Η βασίλισσα Ολγα κόβει τη μικρή γαλανόλευκη κορδέλα με χρυσό ψαλίδι, ενώ ελληνικά και ξένα πολεμικά πλοία χαιρετίζουν το γεγονός με κανονιοβολισμούς.

Η οριστική ολοκλήρωση του μεγάλου κατασκευαστικού έργου αλλάζει για πάντα τον χάρτη των μεταφορών στη χώρα, καθώς πλοία, επιβάτες και εμπορεύματα φτάνουν πλέον γρηγορότερα, οικονομικότερα και ασφαλέστερα στον προορισμό τους. Ο αντίκτυπος στην εθνική οικονομία είναι δύσκολο να αποτιμηθεί, η σημασία του όμως επιβεβαιώνεται, με τον πιο δραματικό τρόπο, μισό αιώνα αργότερα.

Τα εγκαίνια της «τομής»
Οι προσπάθειες κατασκευής του τεχνικού άθλου της Διώρυγας της Κορίνθου συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον του κοινού, που θεωρεί την ολοκλήρωση του έργου κατασκευαστικό θαύμα. Ετσι, τα εγκαίνιά της μονοπωλούν το ενδιαφέρον του Τύπου, ο οποίος αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της ύλης του στο ιστορικό γεγονός, που χαρακτηρίζεται ως «πρωτοφανή εν Ελλάδι πανήγυριν της εργασίας και της προόδου». Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εφημερίδες της εποχής δεν γράφουν για «διώρυγα», αλλά για την «τομή του Κορινθιακού Ισθμού».
Η περιοχή κατακλύζεται από επισήμους, κατοίκους των γύρω χωριών και εκατοντάδες Αθηναίους, που αξιοποιούν τα ανά μισή ώρα δρομολόγια του σιδηροδρόμου για να παρακολουθήσουν το ιστορικό γεγονός. Ο λαμπρός ήλιος, η έντονη ζέστη και η απόλυτη νηνεμία δημιουργούν ιδανικές συνθήκες για την τελετή, ενώ μοναδικό πρόβλημα φαίνεται να είναι η πυκνή σκόνη που σηκώνεται από το πέρασμα των χιλιάδων συγκεντρωμένων. Αντίστοιχη εορταστική όψη παρουσιάζει και ο Πειραιάς, ενώ στη θαλάσσια περιοχή του Ισθμού συγκεντρώνονται δώδεκα σημαιοστόλιστα ατμόπλοια, ελληνικά και ξένα πολεμικά και εμπορικά πλοία, καθώς και δεκάδες λέμβοι.
Το μόνο που φαίνεται να ενοχλεί κάποιους είναι το «καπέλωμα» της τελετής από την παρουσία ολόκληρης της βασιλικής οικογένειας, αφού παντού κυριαρχούν αφίσες με μεγάλα κυανά γράμματα μετατρέποντας την εκδήλωση σε βασιλική φιέστα. «Οι περίεργοι ούτοι πλεονασμοί των επευφημιών απεδόθησαν υπό πάντων εις λόγον σπουδαιότατον, την υπερβολικήν έκτασιν των ταινιών, ας εδυσκολεύοντο να πληρώσωσι δι’ επιγραφών οι κοσμήτορες της τελετής, οίτινες ξένοι όντες, ηγνόουν, ως εικός, πάντας τους πόθους και τας ευχάς των Ελλήνων», γράφει σκωπτικά εφημερίδα της εποχής.
Ομως, ένα τραγικό περιστατικό αμαυρώνει την εορταστική ατμόσφαιρα. Ενας λανθασμένος ελιγμός του ατμόπλοιου «Ιρις» οδηγεί στην ανατροπή μίας λέμβου, στην οποία επιβαίνουν 22 αστυνομικοί κλητήρες και δύο πολίτες. Τρεις από αυτούς, που δεν γνωρίζουν κολύμβηση, πνίγονται μπροστά στα μάτια χιλιάδων θεατών.