Η τραγική ιστορία της 17χρονης μαθήτριας που έφυγε αφήνοντας πίσω της ένα γράμμα γεμάτο πόνο είναι ένα χαστούκι. Ένα βαρύ κοινωνικό ράπισμα προς όλους μας. Προς την Πολιτεία. Προς τις κυβερνήσεις που πέρασαν και άφησαν πίσω τους μια γενιά κουρασμένη και απελπισμένη πριν καν ξεκινήσει τη ζωή της. Προς μια κοινωνία που έμαθε να απαιτεί από τα παιδιά να πετυχαίνουν, αλλά ξέχασε να τα ρωτά αν αντέχουν.
Τι συμβαίνει τελικά στα παιδιά μας;
Πώς γίνεται μια 17χρονη, ένα παιδι που θα έπρεπε να ονειρεύεται, να ερωτεύεται τη ζωή, να σχεδιάζει ταξίδια, φιλίες και μέλλον, να φτάνει στο σημείο να βλέπει μπροστά της μόνο αδιέξοδο;
Πότε η εφηβεία έγινε τόσο ασήκωτη; Πότε το σχολείο μετατράπηκε από χώρο γνώσης σε πεδίο ψυχολογικής εξόντωσης; Πότε οι Πανελλήνιες απέκτησαν δύναμη ζωής και θανάτου πάνω στις ψυχές των παιδιών;
Και οι γονείς;
Πού βρίσκονται οι γονείς μέσα σε όλο αυτό;
Τι βλέπουν κάθε βράδυ μέσα στα δωμάτια των παιδιών τους;
Βλέπουν την εξάντληση;
Βλέπουν το άγχος που κρύβεται πίσω από ένα «καλά είμαι»; Ερμηνεύουν τη σιωπή;
Πώς έφτασαν δυο παιδιά στο σημείο να φοβούνται τις Πανελλήνιες και όχι το θάνατο;
Αυτή η χώρα πέρασε χρόνια οικονομικής συντριβής. Οικογένειες διαλύθηκαν οικονομικά. Μισθοί εξαφανίστηκαν. Γονείς έζησαν την ανεργία, τα χρέη, την ανασφάλεια, την ταπείνωση.
Παιδιά μεγάλωσαν ακούγοντας λέξεις όπως «δάνειο», «λογαριασμοί», «ακρίβεια», «δεν βγαίνουμε». Μεγάλωσαν βλέποντας πατεράδες και μανάδες εξαντλημένους, φοβισμένους, σιωπηλούς.
Και τώρα τι τους ζητάμε;
Να πιστέψουν σε ποιο μέλλον ακριβώς;
Σε μια χώρα όπου ένας νέος δουλεύει και πάλι δεν μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς;
Σε μια κοινωνία όπου τα πτυχία συχνά δεν εγγυώνται τίποτα;
Σε μια πραγματικότητα όπου χιλιάδες νέοι σκέφτονται τη μετανάστευση ως μοναδική λύση;
Τι όνειρο δίνουμε σήμερα στα παιδιά; Ποια ελπίδα;
Μήπως τελικά τα παιδιά δεν φοβούνται μόνο την αποτυχία;
Μήπως φοβούνται ότι ακόμα κι αν προσπαθήσουν, το σύστημα θα τα συντρίψει έτσι κι αλλιώς;
Τη ζοφερή πραγματικότητα μας την δείχνει και ο Ισθμός της Κορίνθου.Δυο νέα παιδιά βούτηξαν στο κενό και στοιχειώνουν τη συλλογική μας συνείδηση. Πόσοι νέοι άνθρωποι άραγε κοντοστέκονται εκεί κοιτάζοντας κάτω όχι μόνο το κενό του γκρεμού, αλλά και το κενό που νιώθουν μέσα τους;
Πόσες ψυχές έφτασαν σε εκείνο το σημείο πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
Και κάθε φορά η κοινωνία συγκλονίζεται για λίγο, θρηνεί για λίγο, γράφει λίγες αναρτήσεις, κάποιοι κάνουν λίγες δηλώσεις, και μετά επιστρέφουμε όλοι στην κανονικότητά μας.
Ποια κανονικότητα όμως;
Την κανονικότητα των παιδιών που καταρρέουν σιωπηλά;
Την κανονικότητα της πίεσης;
Την κανονικότητα της ψυχικής εξάντλησης;
Την κανονικότητα της μοναξιάς;
Την κανονικότητα όπου ένας έφηβος αισθάνεται πως αν δεν πετύχει στις εξετάσεις, δεν έχει λόγο ύπαρξης;
Αυτό είναι κατάντια.
Η μεγαλύτερη αποτυχία αυτής της χώρας δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι υπαρξιακή. Είναι ότι δεν κατάφερε να δώσει στα νέα παιδιά αίσθηση προοπτικής. Δεν κατάφερε να τους πει πειστικά ότι η ζωή αξίζει τον κόπο. Ότι υπάρχει χώρος γι’ αυτά. Ότι η αποτυχία δεν είναι καταδίκη. Ότι ένας βαθμός δεν καθορίζει την αξία ενός ανθρώπου.
Και οι πολιτικοί;
Πού είναι όλοι εκείνοι που μιλούν ασταμάτητα για «ανάπτυξη», «καινοτομία», «ψηφιακό μέλλον» και «νέες ευκαιρίες»; Βλέπουν την ψυχική κατάρρευση των νέων ή απλώς μετρούν αριθμούς και στατιστικές; Καταλαβαίνουν τι σημαίνει να μεγαλώνει ένα παιδί μέσα σε φόβο και αβεβαιότητα; Καταλαβαίνουν τι σημαίνει να μην μπορεί ένας νέος άνθρωπος να ονειρευτεί;
Γιατί αυτή η ιστορία δεν αφορά μόνο ένα παιδί. Αφορά χιλιάδες παιδιά που περπατούν ανάμεσά μας κουβαλώντας αόρατες πληγές. Παιδιά που χαμογελούν μηχανικά. Παιδιά που φοβούνται να μιλήσουν. Παιδιά που νιώθουν ότι δεν είναι αρκετά.
Και ίσως το πιο τρομακτικό ερώτημα να είναι άλλο:
Πόσα ακόμη παιδιά πρέπει να χαθούν για να παραδεχτούμε ότι κάτι βαθιά άρρωστο υπάρχει στον κόσμο που χτίσαμε;
Γιατί όταν μια κοινωνία δεν μπορεί να προστατεύσει την ελπίδα των νέων της, τότε έχει χάσει την ίδια της την ψυχή.
JennysWorld.gr