Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή ενός τόπου όπου το ουσιαστικό ζήτημα κινδυνεύει να χαθεί πίσω από τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει κανείς να το διαχειριστεί. Και τότε, ακόμη κι αν υπάρχει πραγματικό θέμα προς συζήτηση, η ίδια η μέθοδος ακυρώνει το επιχείρημα.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ένα τραγικό περιστατικό, όπως ο θάνατος εργαζόμενης του Δήμου πριν από τρία χρόνια, αποτελεί σοβαρό ζήτημα.
Είναι θεμιτό να τίθενται ερωτήματα. Είναι θεμιτό να ασκείται έλεγχος. Είναι θεμιτό να ζητείται λογοδοσία. Αυτή είναι η ουσία της δημοκρατίας.
Όμως πώς μπορεί να υπηρετηθεί η σοβαρότητα ενός τέτοιου θέματος όταν συνοδεύεται από επικοινωνιακές τακτικές που αγγίζουν τα όρια της διακωμώδησης;
Πώς μπορεί να σταθεί πολιτικά ένα επιχείρημα όταν την ίδια στιγμή δημοσιεύεται βίντεο που σατιρίζει ή έστω παρουσιάζει με χλευαστικό τρόπο στιγμές προσωπικής φόρτισης ενός δημάρχου που μιλά μέσα στο Δ.Σ. για το παιδί και τη σύζυγό του;
Ας σταθούμε σε αυτό:
Όταν ένας αιρετός, ανεξαρτήτως πολιτικής ταυτότητας, αναφέρεται δημόσια σε δύσκολες οικογενειακές στιγμές, αυτό ξεπερνά την πολιτική αντιπαράθεση. Αγγίζει τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ποιος θα δεχόταν ποτέ να δει την οικογένειά του να μετατρέπεται σε αντικείμενο ειρωνικού βίντεο; Ποιος θα θεωρούσε θεμιτό να γίνεται «περιεχόμενο» η προσωπική δοκιμασία;
Η αντιπολίτευση συχνά υποστηρίζει και δικαίως , ότι ο ρόλος της είναι να ελέγχει, να πιέζει, να αναδεικνύει ευθύνες. Όμως η γραμμή ανάμεσα στον έλεγχο και στην ηθική υπέρβαση είναι λεπτή.
Όταν αυτή η γραμμή ξεπερνιέται, το αποτέλεσμα είναι αντίστροφο: αντί να ενισχύεται η αξιοπιστία της κριτικής, αποδυναμώνεται. Αντί να πείθεται η κοινωνία για την ουσία του ζητήματος, συσπειρώνεται γύρω από το αίσθημα του άδικου.
Και εδώ αυτό συμβαίνει.
Ας μην ξεχνάμε επίσης κάτι καθοριστικό: το τραγικό συμβάν συνέβη πριν από τρία χρόνια. Μεσολάβησαν εκλογές. Οι πολίτες κλήθηκαν να αξιολογήσουν συνολικά πρόσωπα, πράξεις και ευθύνες. Η επαναφορά ενός τέτοιου θέματος είναι πολιτικά θεμιτή μόνο όταν γίνεται με σοβαρότητα, θεσμικότητα και επιχειρήματα όχι με σκηνοθετημένες εντάσεις και βίντεο που αγγίζουν τα όρια της προσωπικής στοχοποίησης.
Και εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα:
Αν σήμερα, για ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, επιλέγεται αυτή η τακτική, τι θα ακολουθήσει αύριο; Πόσο πιο χαμηλά μπορεί να μετακινηθεί ο πήχης της δημόσιας αντιπαράθεσης;
Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από τη σκληρή κριτική. Κινδυνεύει από την τοξικότητα.
Αποδυναμώνεται όταν η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα και οι προσωπικές στιγμές γίνονται υλικό κατανάλωσης και στοχοποίησης.
Η κοινωνία βέβαια έχει ωριμάσει. Μπορεί να ξεχωρίσει πότε τίθεται ένα ζήτημα με αίσθημα ευθύνης και πότε εργαλειοποιείται για πολιτική φθορά.