Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Οι Έλληνες επαναστάτες νικούν τους Τούρκους στη Μάχη του Λάλα (13 Ιουνίου 1821) - Μία από τις πρώτες νικηφόρες μάχες των επαναστατημένων Ελλήνων στην Πελοπόννησο.


Το Λάλα είναι χωριό της ορεινής Ηλείας στο όρος Φολόη («Λαλαίος» ο κάτοικος του και «Λαλιώτης» ο καταγόμενος από αυτό). Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το κατοικούσαν οι Λαλαίοι ,οι οποίοι προέρχονταν από Αλβανούς που εξισλαμίστηκαν στα 1715, όταν συμπληρώθηκε η κατάκτηση της χώρας από τους Τούρκους. Οι Χοττομαναίοι, άρχοντες της Γαστούνης, τους χρησιμοποίησαν για να επιβάλλουν την εξουσία τους στην περιοχή της Ηλείας. Έτσι οι Λαλαίοι
άρχισαν να αποκτούν δύναμη και όταν παρουσιάστηκαν στα βουνά οι κλέφτες, αυτοί έπαιξαν το ρόλο του χωροφύλακα.

Το αποτέλεσμα ήταν να αποκτήσουν τρομερή δύναμη, την οποία μετέτρεψαν σε τυραννία και καταδυνάστευαν όλη την Ηλεία. Λεηλατούσαν με αρπαγές και βιαιότητες όλη την γύρω περιοχή. 

Τις 3 Απριλίου του 1821 οι Λάλαιοι Τουρκαλβανοί λεηλάτησαν τον Πύργο και τότε αισθάνθηκαν τι είναι το λαλέικο τουφέκι. Την ίδια τύχη είχε στης 24 Απρίλη και η Αγουλινίτσα, ενώ λίγο αργότερα σε φονική μάχη στο Σμίλα σκοτώθηκε ο υπερασπιστής του Πύργου, Βιλαέτης. Στα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου 1821, σώμα 400 Λαλαίων, με αρχηγό τον Ραΐπ αγά, πλησίασε το παλιό κάστρο Χλεμούτσι, όπου οι Τούρκοι της Γαστούνης βρίσκονταν αποκλεισμένοι από τις 27 Μαρτίου. Μόλις όμως φάνηκαν οι Λαλαίοι, οι Έλληνες σκόρπισαν. Τότε οι Λαλαίοι έκαψαν και λεηλάτησαν όλη την περιοχή, αναγκάζοντας τους ντόπιους να καταφύγουν στη Ζάκυνθο, ενώ οι Τούρκοι της Γαστούνης έφτασαν ανενόχλητοι στην Πάτρα, όπως είχε προβλέψει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Η διάλυση της πολιορκίας του Χλεμουτσίου ήταν η πρώτη ήττα των Ελλήνων μετά την έναρξη της επανάστασης.

Στην αρχή της Επανάστασης του ’21, οι Λαλαίοι θεωρήθηκαν απειλή για την πορεία του Αγώνα. Γι’ αυτό το λόγο, οι οπλαρχηγοί της Γορτυνίας ίδρυσαν στην ευρύτερη περιοχή στρατόπεδο για να αποτρέψουν τη φυγή τους προς την Τριπολιτσά, την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, η οποία αποτελούσε τον κύριο στόχο των επαναστατών.
Στο στρατόπεδο των Ελλήνων επικρατούσαν δύο απόψεις όσον αφορά την αντιμετώπιση των Λαλαίων. Οι Επτανήσιοι, οι οποίοι αποτελούσαν την πιο οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, ήθελαν να επιτεθούν αμέσως εναντίον τους, ενώ οι ντόπιοι προτιμούσαν να περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία.
Από την πλευρά τους, οι Λαλαίοι προσπάθησαν να κερδίσουν χρόνο και να διασπάσουν το ελληνικό στρατόπεδο, κυκλοφορώντας φήμες ότι ήταν έτοιμοι να παραδοθούν. Στις 2 Ιουνίου 1821 ο κεφαλλονίτης Παναγής Μεσσάρης τους μετέφερε επιστολή των Επτανησίων αρχηγών Κωνσταντίνου και Ανδρέα Μεταξά, Ευαγγέλη Πανά, Παναγιώτη Στρούζα, Μιχαήλ Κουτουφά και Διονυσίου Σαμπρικού, που τους καλούσαν να καταθέσουν τα όπλα. Οι Λαλαίοι άρχισαν να κωλυσιεργούν, υποστηρίζοντας ότι την όποια απόφαση θα έπρεπε να πάρουν οι αρχηγοί τους, οι οποίοι απουσίασαν από το χωριό. Τότε οι επαναστάτες αποφάσισαν να δράσουν και να τους επιτεθούν από τρία σημεία, με επικεφαλής τον Γεώργιο Πλαπούτα, τους αδελφούς Μεταξά και τον Γεώργιο Σισίνη.
Από κακό συντονισμό, ο Πλαπούτας επιτέθηκε μόνος του στις 9 Ιουνίου και φυσικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει μετά την αντεπίθεση των Λαλαίων. Μέσα στη σύγχυση και τον μεγάλο καύσωνα που επικρατούσε, ο Πλαπούτας άφησε την τελευταία του πνοή. 14 ακόμη Έλληνες έχασαν τη ζωή τους (11 Πελοποννήσιοι και 3 Επτανήσιοι). Αδιευκρίνιστες ήταν οι απώλειες των Λαλαίων.
Οι Λαλαίοι αναθάρρησαν και αυτοί, όταν είδαν να καταφθάνουν ενισχύσεις από την Πάτρα στις 11 Ιουνίου. Επικεφαλής 1.000 Τουρκαλβανών ήταν ο Γιουσούφ Πασάς. Ο Γιουσούφ ήθελε να ξεκαθαρίσει αμέσως την κατάσταση και στις 13 Ιουνίου επιτέθηκε με τους άνδρες του στη θέση Πούσι, όπου ήταν οχυρωμένοι οι Έλληνες. Βασικός του στόχος, να αποσπάσει πρώτα τα κανόνια που διέθεταν οι Επτανήσιοι και στη συνέχεια να τους πετσοκόψει με την ησυχία του.
Η μάχη δόθηκε σώμα με σώμα και η ανδρεία των Ελλήνων ανάγκασε τις δυνάμεις του Γιουσούφ να υποχωρήσουν και μαζί με τους Λαλαίους την επομένη να πάρουν τον δρόμο για την Πάτρα. Οι Έλληνες πολέμησαν γενναία και έχασαν 84 άνδρες (60 Πελοποννήσιοι και 24 Επτανήσιοι). Ανάμεσα στους πολλούς τραυματίες ήταν και ο κεφαλλονίτης Ανδρέας Μεταξάς, κατοπινός πρωθυπουργός της Ελλάδας. Την ίδια μέρα (14 Ιουνίου) οι επαναστάτες εισήλθαν στο έρημο χωριό και το πυρπόλησαν.Κατ' άλλη εκδοχή, όπως σημειώνει ο Ν. Πολίτης, η πυρπόληση του χωριού έγινε από τους ίδιους τους Λαλιώτες κατά την αναχώρησή τους «ώστε ελάχιστα απέμειναν προς λαφυραγωγίαν εις τους εισελθόντας ύστερον Έλληνας» Συνολικά, γύρω στα χίλια σπίτια παραδόθηκαν στις φλόγες.
Ήταν μεγάλη η σημασία της ελληνικής νίκης, καθώς οι Λαλαίοι θεωρούνταν «τα καλύτερα ντουφέκια του Μοριά»
Η νίκη των Ελλήνων σήμανε το τέλος της επιβολής των Λαλαίων στην περιοχή και άνοιξε τον δρόμο για την άλωση της Τριπολιτσάς. Από την Πάτρα, όπου κατέφυγαν, αγωνίσθηκαν κατά της επανάστασης ως το τέλος και μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και να εγκατασταθούν ως πρόσφυγες στην περιοχή του Πλαταμώνα της Μακεδονίας και αργότερα στη Βάρνα της Βουλγαρίας....
Σε κάποιες υπερήφανες Λαλιώτισσες, που φέρονταν να αιχμαλωτίστηκαν μετά τη μάχη αναφέρεται το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι


Του Λάλα με τα κρυά νερά, με τοις βαρειές κυράδες 
 με τοις τραναίς αρχόντισσαις, τοις καλομαθημέναις 
που δεν καταδεχόντανε της γης να την πατήσουν, 
 ποφόρηγαν χρυσά σκουτιά* και κόκκινα σαλβάρια* 
και τώρα πως κατάντησαν κοπέλλαις σ΄ τους ραγιάδες! 
Φέρνουν βαρέλια με νερό και ξύλα ζαλωμέναις* 
 νά χουν οι Έλληνες νερό, φωτιά να πυρωθούνε. 
Και η μιά την άλλη ελέγανε και η μια την άλλη λένε: 
-Τι να ν΄ κείνα που φαίνονται, τι να ν΄ κείνα που ερχώνται; 
Μήνα ειν΄ μπαϊράκια τούρκικα, μην τάστειλε ο Πασάς μας; 
-Δεν είν΄ μπαϊράκια τούρκικα, δεν τάστειλε ο Πασάς μας 
παρά είν. μπαϊράκια κλέφτικα, κ΄ είναι των Πλαπουταίων. 

Κλαίνε μανούλαις για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες 
 κλαίει και μια χανούμισσα για το μοναχογιό της. 


(*) Σκουτιά = ενδύματα, σαλβάρια = φαρδιές βράκες, ζαλωμέναις = φορτωμένες.