Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Γ. Ψυχογιός: Η αναβάθμιση των Canadair είναι ζήτημα εθνικής ανθεκτικότητας – Ζητάμε διαφάνεια, επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και ισχυρό εγχώριο αποτύπωμα

 04/03/2026

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Στη συνεδρίαση της Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου, κατά την ενημέρωση για τη δημόσια σύμβαση αναβάθμισης επτά (7)   αεροσκαφών    Canadair CL-415, τοποθετήθηκε ο Βουλευτής Κορινθίας και Τομεάρχης Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Γιώργος Ψυχογιός.


Στην αρχή της παρέμβασής του χαιρέτισε τη δικαστική απόφαση που

καταδικάζει και σε δεύτερο βαθμό τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή», υπογραμμίζοντας ότι η δημοκρατία απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση, αλληλεγγύη και μηδενική ανοχή στον φασισμό και σε κάθε προσπάθεια εξίσωσης θυμάτων και θυτών, όπως έγινε πρόσφατα με τη δημοσίευση των φωτογραφιών των 200 αγωνιστών της Καισαριανής.

Για τη σύμβαση αναβάθμισης των Canadair, ο Γιώργος Ψυχογιός ξεκαθάρισε ότι η ανάγκη είναι αυτονόητη: ο στόλος είναι μεγάλης ηλικίας, πιέζεται στα όρια και η επιχειρησιακή ετοιμότητα της χώρας δεν μπορεί να αφήνεται στην τύχη της. Το κρίσιμο όμως, όπως τόνισε, είναι πώς υλοποιείται ένα τόσο σημαντικό έργο: με ποιους όρους, με ποια εγγύηση για το δημόσιο χρήμα και με ποιο πραγματικό όφελος για τη χώρα.

Έθεσε ευθέως το ζήτημα της επιλογής διαδικασίας διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση, λόγω αποκλειστικότητας της εταιρείας. Επεσήμανε ότι, όταν δεν υπάρχει ανταγωνισμός, η υποχρέωση της κυβέρνησης για τεκμηρίωση, διαφάνεια και έλεγχο γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Παράλληλα, ζήτησε σαφείς εξηγήσεις για την απένταξη του έργου από το Ταμείο Ανάκαμψης και τη μεταφορά του στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων με δανεισμό από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), σημειώνοντας ότι τέτοιες αλλαγές δεν είναι «τεχνική λεπτομέρεια», αλλά έχουν καθαρό δημοσιονομικό αποτύπωμα και απαιτούν πλήρη αιτιολόγηση.

Υπογράμμισε ότι η σύμβαση (43 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ) προβλέπει έντοκη προκαταβολή έως 50%, ποσοστό εξαιρετικά υψηλό για δημόσιο έργο τέτοιας κρισιμότητας. Ζήτησε συγκεκριμένες δικλείδες προστασίας του δημοσίου χρήματος: ισχυρές εγγυήσεις καλής εκτέλεσης, ξεκάθαρα ορόσημα πληρωμών, ρήτρες για καθυστερήσεις και μη διαθεσιμότητα, καθώς και μηχανισμό παρακολούθησης που να μην αφήνει «γκρίζες ζώνες» στη διαχείριση.

Ιδιαίτερη αιχμή έβαλε στο χρονοδιάγραμμα, καθώς -όπως σημείωσε- η ολοκλήρωση μετακινείται πλέον προς το 2030, ενώ αρχικά παρουσιαζόταν ως έργο που θα έκλεινε σε περίπου δύο χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα κινδυνεύει να περάσει πολλές αντιπυρικές περιόδους με στόλο που ήδη δοκιμάζεται καθημερινά. Ζήτησε, λοιπόν, να κατατεθεί παράλληλο επιχειρησιακό σχέδιο: τι γίνεται με τη συντήρηση, τη διαθεσιμότητα και τις ενδιάμεσες ανάγκες, ώστε να μην δημιουργηθεί κενό ασφάλειας ακριβώς την περίοδο που οι πυρκαγιές εντείνονται λόγω κλιματικής κρίσης.

 

Εξέφρασε, τέλος, έντονο προβληματισμό για την πρόβλεψη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών σε άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ. Τόνισε ότι η Πολιτική Προστασία δεν μπορεί να λειτουργεί με λογική πλήρους εξάρτησης και ζήτησε ρητή δέσμευση για ουσιαστική εγχώρια συμμετοχή, ώστε να μείνει στην Ελλάδα η τεχνογνωσία, η υποστήριξη και μέρος της αλυσίδας συντήρησης, όχι μόνο για λόγους οικονομικούς, αλλά και για λόγους επιχειρησιακής αυτονομίας.

Κλείνοντας, κάλεσε την κυβέρνηση να δώσει καθαρές απαντήσεις για την αλλαγή χρηματοδοτικού εργαλείου, τους όρους της μεγάλης προκαταβολής, το πραγματικό χρονοδιάγραμμα και το εγχώριο αποτύπωμα. «Η Πολιτική Προστασία είναι δημόσιο αγαθό. Το “ΑΙΓΙΣ” πρέπει να είναι πραγματική ασπίδα για τον πολίτη, όχι μόνο ένας τίτλος», σημείωσε.