Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Το Μνημόνιο απέτυχε. Όχι η Ελλάδα

Η φημολογούμενη επιμονή της τρόικας σε μια μάλλον αδιάλλακτη στάση, αναφορικά με την αυτονόητη επιδίωξη επαναδιαπραγμάτευσης όρων του Μνημονίου από την κυβέρνηση Σαμαρά, επιβεβαιώνει τη γνωστή ρήση περί του αριθμού των καθηγητών που… μπορούν να καταστρέψουν μια χώρα. Μόνο που, στην περίπτωσή μας, πρόκειται για τεχνοκράτες.
Οι εκπρόσωποι της τρόικας, και κατ’ επέκταση οι πολιτικοί προϊστάμενοί τους, αδυνατούν να καταλάβουν ότι από το 2010 μέχρι και σήμερα, για όσο διάστημα δηλαδή βρίσκονται σε εξέλιξη τα δυο Μνημόνια που υπέγραψαν οι ελληνικές κυβερνήσεις, το πρόγραμμα είναι αυτό που απέτυχε. Όχι η Ελλάδα. Πολύ περισσότερο, όχι οι Έλληνες.
Το Μνημόνιο που συντάχθηκε την άνοιξη του 2010, επί διακυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου, ήταν μια ιστορικά ανεπανάληπτη παράδοση μιας χώρας στους δανειστές της. Χωρίς όρους, χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς ίχνος διαπραγμάτευσης.

Τα τεχνικά κλιμάκια της τρόικας, με μεγαλύτερη την ευθύνη εκείνου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, συνέταξαν ένα πρόγραμμα με μετρήσιμους και χρονικά προσδιορισμένους στόχους, που απείχε πολύ από τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Αλλά και τη διεθνή ταυτόχρονα, κρίνοντας από την αντίστοιχα παταγώδη αποτυχία των προγραμμάτων στήριξης στην Ιρλανδία και την Πορτογαλία.
Οι ποιοτικοί στόχοι του Μνημονίου φυσικά και είναι αποδεκτοί από όλους. Επειδή είναι αυτονόητοι. Μεταρρυθμίσεις, τομές, αλλαγές και ρήξεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας, προκειμένου να γίνει το κράτος περισσότερο ευέλικτο και ελκυστικό σε ξένες επενδύσεις.
Μόνο που για να χαράξεις ένα πρόγραμμα, και να προσδιορίσεις με χρονικά τελεσίγραφα τους στόχους που θα πρέπει να επιτευχθούν, πρέπει πρώτα να έχεις «διαβάσει» επαρκώς την κοινωνία στην οποία απευθύνεται το πρόγραμμα αυτό. Να έχεις κατανοήσει τις ιδιαιτερότητές της, και να μην προδικάζεις πρόοδο, εκεί όπου γνωρίζεις εκ των προτέρων ότι θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να σημειωθεί, λόγω χρόνιων παθογενειών και στρεβλώσεων.
Με ένα πρόγραμμα ωδή στην… κοινωνική βαρβαρότητα, ήταν εκ των προτέρων δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν πήγαινε πουθενά. Η συνταγή, όπως πρώτος την προσδιόρισε ο Ντομινίκ Στρος-Καν… προ καμαριέρας, ήταν εξαρχής λάθος. Και αυτό μπορούσαν να το διαπιστώσουν όλοι, χωρίς να είναι οικονομολόγοι, ή πάσης φύσεως τεχνοκράτες.
Το πρώτο και ανυπέρβλητο λάθος λοιπόν ήταν το ίδιο το Μνημόνιο. Που φτιάχθηκε για μια άλλη κοινωνία, έναν άλλο λαό, μια άλλη εποχή. Μετά βεβαιότητας πάντως, όχι για την Ελλάδα του 2010 και… μετά. Το δεύτερο λάθος, και μάλλον εξίσου σημαντικό, ήταν η επιμονή των συντακτών του Μνημονίου στο… λάθος.
Μέχρι και σήμερα, η τρόικα αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει τις ευθύνες της για το λάθος Μνημόνιο. Και προκειμένου να προσπεράσει τη σχετική συζήτηση, αναφέρεται στις ευθύνες της Ελλάδας. Δηλαδή στις καθυστερήσεις, τους δισταγμούς, τις αναβολές, την έλλειψη αποφασιστικότητας. Δηλαδή, όσα μπορούσε να προδικάσει κανείς, χωρίς… ιδιαίτερες γνώσεις.
Όπως πολύ σωστά είπε χθες στη Βουλή ο νέος υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας, δεν προκάλεσε το Μνημόνιο την κρίση. Στην πραγματικότητα όμως, το Μνημόνιο δεν μπόρεσε να σταματήσει την κρίση. Αλλά αντιθέτως την επέτεινε και την εμβάθυνε.
Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε. Και η λύση στο αδιέξοδο μπορεί να είναι μονάχα πολιτική. Είτε βαθιά ευρωπαϊκή, από τη στιγμή που οι κοινωνίες της ηπείρου μας, και όχι φυσικά οι αρτηριοσκληρωτικές Βρυξέλλες, θα επιβάλλουν τον οδικό χάρτη μιας εθνικής αναγέννησης για την Ελλάδα και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Είτε, με τη συνδρομή και της… πέραν του Ατλαντικού όχθης, μετά τη λήξη της πολιτικής εκκρεμότητας των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου.

MΑΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ / statesmen.gr