Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2022

H προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία το 1783 και ο ρόλος των Ελλήνων

 H προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία το 1783 και ο ρόλος των Ελλήνων, Σωτήρης Δημόπουλος  

https://slpress.gr/wp-content/uploads/2022/10/%CE%A3%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%94%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF-45x45.jpg Του Σωτήρη Δημόπουλου*

Ένα ελάχιστα γνωστό γεγονός είναι ότι η έσχατη ελεύθερη ελληνική κρατική οντότητα, μετά και την κατάλυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντος το 1461, υπήρξε το πριγκιπάτο των Θεοδώρων (Θοδόρο-Μανγκούπ) στην Κριμαία, το οποίο καταλήφθηκε από τους Τούρκους μόλις το 1475. Ο πληθυσμός του πριγκιπάτου ήταν ποικίλης εθνοτικής προελεύσεως, αλλά εξελληνισμένος, μέσω της βυζαντινής Ορθοδοξίας.

Το 1425 ο πρίγκηπας Ιωάννης είχε νυμφευθεί την Μαρία Παλαιολογίνα, λαμβάνοντας έτσι το έμβλημα του αυτοκρατορικού οίκου, τον δικέφαλο αετό, και ονομαζόμενος “Αυθέντης πόλεως Θεοδωρούς και Παραθαλασσίας”. Μετά την πτώση της αυτοκρατορίας των Μεγαλοκομνηνών, στους οποίους υπαγόταν το πριγκιπάτο, οι ηγεμόνες της Θεοδωρούς πήραν και τον τίτλο “αυτοκράτορες”, εν πλήρη συνειδήσει της ταυτότητάς τους. Η άλωση του κρατιδίου έγινε μετά από σκληρή πολιορκία των Οθωμανών και παρά την στήριξη του Στέφανου του Γ’ της Μολδαβίας. Ο τελευταίος πρίγκηψ, Αλέξανδρος, μεταφέρθηκε στην Πόλη, όπου εκτελέστηκε. 

Το πριγκιπάτο αυτό υπήρξε μια ακόμη ένδοξη σελίδα του ελληνισμού και της προσφοράς του στην Ταυρική χερσόνησο, οι οποίες άρχισαν να γράφονται ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. Τότε που πόλεις, όπως η Χερσόνησος, το Παντικάπαιο, η Θεοδοσία, το Κιμμερικόν, ή το Νυμφαίον, αποτέλεσαν τις γέφυρες μεταλαμπάδευσης του ελληνικού πολιτισμού στις φυλές του Βορρά, όπως ήταν οι Σκύθες. Ήταν επίσης και ευημερούντες σταθμοί εμπορίου, κυρίως του σίτου, με τον ελληνικό χώρο.

Αυτή η λειτουργία συνεχίστηκε αδιαλείπτως στα χρόνια της διάδοσης του χριστιανισμού και βεβαίως κατά τη βυζαντινή περίοδο, όταν η Κριμαία αναδείχθηκε σε οχυρό αντίστασης στην εικονομαχία. Κι αυτή η διαρκής επίδραση δεν έπαψε, παρά τη συνεχιζόμενη έλευση νέων φυλών και εθνοτήτων σε μια χερσόνησο, η οποία, λόγω του γεωγραφικού ανάγλυφου, ευνοούσε την πανσπερμία των φυλετικών εγκαταστάσεων.

Δεν ήταν τυχαίο, άλλωστε, ότι η βάπτιση ως χριστιανού του ηγεμόνα του πριγκιπάτου του Ρους του Κιέβου, Βλαδίμηρου, το 988, και ο γάμος του με την αδελφή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Άννα Πορφυρογέννητη έλαβαν χώρα στην πόλη της Χερσονήσου. Παρ’ όλα αυτά, να μην μας διαφεύγει ότι ο σλαβικός πληθυσμός θα παραμείνει στην Κριμαία αμελητέος μέχρι τουλάχιστον τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν προσαρτάται από την Ρωσική Αυτοκρατορία.

Κατά τον 13ο αιώνα, το μεγαλύτερο τμήμα της χερσονήσου, περιήλθε στην εξουσία των Τατάρων. Πρόκειται για μια μείξη προγενέστερων πληθυσμών με πυρήνα όμως στρατιώτες της “Χρυσής Ορδής” του Μπατού Χαν. Το 1428, στα εδάφη που κατείχαν οι Τάταροι ιδρύθηκε το “Χανάτο της Κριμαίας”, το οποίο, όμως, το 1475, η Οθωμανική αυτοκρατορία θα το καταστήσει υποτελές και θα παραμείνει ως τέτοιο έως το 1772.

Μάλιστα οι νότιες ακτές, που προηγουμένως ανήκαν στους Γενουάτες, περιήλθαν απευθείας στην κατοχή της Υψηλής Πύλης. Ο Χάνος οριζόταν προσωπικά από τον σουλτάνο και η τελετή ενθρόνισής του πραγματοποιείτο στην Κωνσταντινούπολη, ενώ η εξωτερική του πολιτική ήταν απόλυτα εναρμονισμένη με αυτή των Οθωμανών. Ετησίως δε, μεταφέρονταν μεγάλες ομάδες σκλάβων, που ήταν η βασική πηγή εσόδων για το Χανάτο και ποσότητες διαφορών αγαθών στο κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


Ο πληθυσμός του Χανάτου διαχωρίστηκε σε δύο βασικές ομάδες. Η μία ταταρική και μουσουλμανική, που απολάμβανε προνόμια και η άλλη χριστιανική, η οποία φορολογείτο από το Χάνο και το σουλτάνο. Αυτή η πόλωση, όπως είναι εύλογο, συσπείρωσε στην πορεία του χρόνου την πλειοψηφία των διαφόρων εθνοτικών ομάδων στην μία ή την άλλη κατηγορία με βάση τη θρησκευτική ένταξη των μελών τους, απαλείφοντας πολλές προηγούμενες εθνοτικές και φυλετικές διαφορές.

Η διαδικασία αυτή είχε εκδηλωθεί και στην προ της ταταρικής ηγεμονίας εποχή, αλλά, για πρώτη φορά η θρησκευτική ταυτότητα των μελών της κριμαϊκής κοινωνίας δημιουργεί προκαθορισμένους ρόλους στη ταξική δομή και στην ιεράρχησή της. Οι πιέσεις που υφίστανται οι διάφορες κοινότητες για τον εξισλαμισμό τους (έχουν σωθεί και θρήνοι σε ντοπιολαλιά των Ελλήνων της Κριμαίας για το οθωμανικό παιδομάζωμα) ή/και το αίσθημα αλληλεγγύης που γεννά η κοινή θέση του υποταγμένου, ομογενοποιούν την πλειοψηφία των ορθόδοξων κατοίκων.

Οι χριστιανοί κάτοικοι της Κριμαίας διακρίνονταν σε δύο ομάδες: τους ελληνόφωνους, “Ρουμαίους” και τους ταταρόφωνους “ουρούμ”, που ομοιάζουν με τους τουρκόφωνους της Καππαδοκίας. Ως σύνολο, ωστόσο, προσφωνούνταν από τους υπολοίπους ως Έλληνες, το ίδιο δηλαδή όπως και όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες της Ελλάδος, των νήσων και της Μικράς Ασίας. Στους αιώνες που ακολουθούν δεν καταγράφηκαν σοβαρές εσωτερικές εντάσεις μεταξύ του ταταρικού και του χριστιανικού πληθυσμού, ο οποίος, όμως, εξακολουθεί, όπως και στις περιοχές που είχαν υποταχθεί στους Οθωμανούς, να διατηρεί με πείσμα την ταυτότητά του. 

Η έξοδος του χριστιανικού πληθυσμού

Η κατάκτηση της Κριμαίας αποτελούσε κεντρικό στόχο της Ρωσίας. Πρώτον, διότι το ταταρικό χανάτο, ως ουσιαστικά έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε μόνιμη απειλή για την ασφάλεια του ρωσικού κράτους. Δεύτερον, διότι η θέση της χερσονήσου είναι κομβική για τον έλεγχο ολοκλήρου του Εύξεινου Πόντου, άρα και για την έξοδο στην Μεσόγειο. Οι προσπάθειες κατάληψης της Κριμαίας είχαν ξεκινήσει από τον 17ο αιώνα, αλλά αυτό έμοιαζε να γίνεται εφικτό μόνον μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774. Τότε επιτυγχάνεται η παύση της υποτέλειας του Χανάτου στον σουλτάνο και η αύξηση της ρωσικής επιρροής στο κράτος των Τατάρων.

Ωστόσο, η τελική προσάρτηση αντιμετώπιζε ένα σημαντικό πρόβλημα: τον χριστιανικό πληθυσμό. Η ύπαρξη των Χριστιανών έδινε τη δυνατότητα στο στρατό του σουλτάνου να εκβιάσει τη Ρωσία με πιθανές διώξεις και σφαγές. Ο λόγος αυτός ήταν που επέβαλε την λήψη της απόφασης από την Αγία Πετρούπολη να προωθήσει την μετοικεσία των Χριστιανών εκτός της Κριμαίας. Παράλληλα, το ρωσικό σχέδιο απέβλεπε και στην οικονομική αποδυνάμωση του Χανάτου, καθώς οι Έλληνες και οι Αρμένιοι έλεγχαν κομβικούς παραγωγικούς τομείς. Τέλος, με τον τρόπο αυτό θα εγκαθιστούσε φιλικούς πληθυσμούς σε εδάφη της Νέας Ρωσίας, σε κάποια από τα οποία προηγουμένως δρούσαν οι Ουκρανοί Κοζάκοι, συμβάλλοντας στην οικονομική άνθιση της περιοχής.

Το ζήτημα, όμως, που προέκυπτε ήταν η αντίδραση των ιδίων των Χριστιανών στην εθελούσια έξοδό τους προς άγνωστες περιοχές. Ο ρόλος της απόσπασης της συναίνεσής τους και ο συντονισμός της επιχείρησης της μετοικεσίας ανατέθηκε στον κύριο θεσμό τους, την Εκκλησία. Ο Μητροπολίτης Γοτθίας Ιγνάτιος, ήδη από το 1772, σε επιστολή του προς την Μεγάλη Αικατερίνη είχε γράψει: «σας ζητώ να μην με αφήσετε να εξαρτώμαι από την εξουσία και την κυριαρχία των χριστιανομίσητων Τατάρων, για το οποίο ένθερμα ζητούν και οι εδώ χριστιανοί της επαρχίας μου από τον πρώτο έως τον τελευταίο, μην μας αφήνετε εκτός της κρατικής εξουσίας σας». Βεβαίως, ο Ιγνάτιος ζητούσε, εμμέσως, ο ρωσικός στρατός να καταλάβει την Κριμαία και όχι να φύγουν οι Χριστιανοί από τα σπίτια τους.

Όπως και να έχει, στις 23 Απριλίου 1778, ανήμερα της εορτής του Πάσχα, υπό την απειλή μιας επικείμενης τουρκικής εισβολής και σε συνθήκες εσωτερικής αναταραχής, ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, μετά από διαβουλεύσεις με τους Ρώσους απεσταλμένους του Ποτέμκιν, ανακοινώνει την απόφαση για την μετοικεσία. Οι ρωσικές αρχές υπόσχονται ότι θα δοθούν εύφορες εκτάσεις, βορείως της Αζοφικής, για να κτιστεί πόλη αποκλειστικά από τους μετανάστες. Επίσης, δεσμεύονταν όλοι οι μέτοικοι να απαλλαχθούν “αιωνίως” από την υποχρέωση στράτευσης, καθώς και για δέκα έτη από κάθε είδους φόρο και φυσική υποχρέωση. Τέλος προβλεπόταν η ίδρυση αυτόνομου δικαστηρίου της κοινότητας, καθώς και θεσμοί αυτοδιοίκησης.

Η έξοδος των Ελλήνων της Κριμαίας πραγματοποιείται, τελικώς, τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Η αναχώρησή τους περιγράφεται γλαφυρά από τον συγγραφέα Τιμοσσένκο στο βιβλίο του “Η Μαριούπολη και τα περίχωρα”: «Στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου έλαβε χώρα η σκηνή του τελευταίου αποχωρισμού από την Κριμαία. Εδώ ο μητροπολίτης Ιγνάτιος πριν από την έξοδο έψαλε ευχαριστήρια και αποχαιρετιστήρια προσευχή στην αιώνια Προστάτιδα του χριστιανισμού στην Κριμαία. Οι Τάταροι, σύμφωνα με την παράδοση, ζήτησαν να κρατήσουν την εικόνα της Θεομήτορος. Φοβούμενοι όχι μόνο ταραχές αλλά ακόμη και επίθεση από την πλευρά των Τατάρων, την εικόνα την μετέφεραν σε βαρέλι». 

Σύμφωνα με τα στοιχεία του στρατηγού Σουβόροφ, από την Κριμαία μετοίκησαν συνολικά 31.385 Χριστιανοί, εκ των οποίων18.391 Έλληνες, 12.614 Αρμένιοι, 219 Γεωργιανοί και 161 Βλάχοι (Ρουμάνοι). Και από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει το συμπέρασμα ότι, παρά την μεγάλη διασπορά των πληθυσμιακών κέντρων, η συμμετοχή στην έξοδο ήταν καθολική. Αποδεικνύεται έτσι ότι η επιχείρηση είχε άρτια οργάνωση με άμεση ενημέρωση και προετοιμασία του πληθυσμού, παρά το γεγονός ότι α

Η Μεγάλη Αικατερίνη στην Ταυρίδα

Το ρωσικό σχέδιο για την Κριμαία, πάντως, πετυχαίνει, καθώς πέντε χρόνια αργότερα από τη χριστιανική έξοδο, το 1783, το ταταρικό Χανάτο καταλύεται και η κριμαϊκή χερσόνησος περιέρχεται και επίσημα στη Ρωσία. Η Κριμαία πλέον γίνεται Ταυρίδα, ενώ ως τοποτηρητής του τσαρικού θρόνου τοποθετήθηκε ο ελληνικής καταγωγής Κωνσταντίνοφ. Τέσσερα χρόνια μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, η Αικατερίνη επισκέφθηκε τις περιοχές της “Νέας Ρωσίας” και της Ταυρίδας. Τότε υποτίθεται ότι είδε τα περίφημα “χωριά Ποτέμκιν”, μια σκηνοθεσία ευημερίας, δηλαδή, του πρίγκηπα Ποτέμκιν για να παραπλανήσει τη τσαρίνα.

Η Αικατερίνη συναντήθηκε στη Σεβαστούπολη με τον αυτοκράτορα της Αυστρίας Ιωσήφ Β’, όπου προσπάθησε να κερδίσει την συγκατάθεσή του στο λεγόμενο “Ελληνικό Σχέδιο”. Σύμφωνα με τη τελική του μορφή, το σχέδιο προέβλεπε το σχηματισμό δύο χριστιανικών κρατών: της Μολδοβλαχίας και της Ελληνικής Αυτοκρατορίας με έδρα την Κωνσταντινούπολη και ηγεμόνα τον Κωνσταντίνο, δευτερότοκο εγγονό της Αικατερίνης Β’.

Προϋπόθεση ήταν ότι αυτό το αυτοκρατορικό στέμμα θα παρέμενε για πάντα χωριστό από το στέμμα της Ρωσίας. Η τσαρίνα θα έπαιρνε μόνον δυο νησιά του Αιγαίου για τις ανάγκες του εμπορίου. Στην Αυστρία θα εντασσόταν η Μικρή Βλαχία ως το Βιδίνιο, το Βελιγράδι, η Βοσνία και η Ερζεγοβίνη. Η Βενετία θα αποζημιωνόταν για όσα θα έχανε από την Δαλματία, με την παραχώρηση της Πελοποννήσου, της Κρήτης και της Κύπρου.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κατά την διέλευσή της τσαρίνας από την Χερσόνησο είχε στηθεί θριαμβευτική αψίδα, με την επιγραφή: “Ο δρόμος προς το Βυζάντιο”. Επρόκειτο για συμβολική κίνηση, καθώς ήταν η πόλη στην οποία είχε βαπτισθεί χριστιανός ο Βλαδίμηρος, ενώ παρέπεμπε στον τελικό στόχο, στην κατάληψη, δηλαδή, της Κωνσταντινουπόλεως.

Στους επόμενους αιώνες, η εθνολογική σύσταση της Κριμαίας θα μεταβληθεί για μια ακόμη φορά, ραγδαία, με την μαζική έλευση Ρώσων και Ουκρανών. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία [“Τάταροι στην Ουκρανία” των V.D. Yaremchuk και V.B. Bezverkhyi, στο “UkrainskyiIstorychnyiJournal”, τομ. 5 (1994)] το 1793 ζούσαν στην Ταυρίδα μόνον 10.831 Ρώσοι, αλλά το 1923 θα είναι 306.000 έναντι 150.000 Τατάρων. Το δε 1970 καταγράφονται 1.220.484 Ρώσοι, 480.733 Ουκρανοί και μόλις 6.479 Τάταροι, καθώς είχαν εξοριστεί μαζικά το 1944 στην Κεντρική Ασία (όπως δυστυχώς και 30.000 Έλληνες της Κριμαίας) με την κατηγορία της συνεργασίας με τα ναζιστικά στρατεύματα. Τέλος το 1989, υπήρχαν 1.629.542 Ρώσοι, 625.919 Ουκρανοί και 38.365 Τάταροι, στους οποίους είχε επιτραπεί η επιστροφή στις εστίες τους.

υτός δεν ήταν πεπεισμένος για το εγχείρημα.

Οι Έλληνες, μετά από δύσκολο ταξίδι και με σοβαρές απώλειες, έφθασαν στα εδάφη της Αζοφικής, ενώ οι Αρμένιοι εγκαταστάθηκαν στις εκβολές του Ντον. Στη νέα τους πατρίδα θα ιδρύσουν αρχικώς 20 χωριά (ταταρόφωνα και ελληνόφωνα) και την πόλη της Μαριούπολης, σε συνθήκες αρκετά πιο αντίξοες από αυτές που τους είχαν υποσχεθεί. Κι αυτή η θλιβερή ανάμνηση αποτυπώθηκε στα τραγούδια τους. Κάποιοι, μάλιστα, επέστρεψαν στην Κριμαία.

Ωστόσο, η πλειονότητα παρέμεινε, όπως δείχνει η 4η επιθεώρηση του 1782, καθώς στην Μαριούπολη και τα ελληνικά χωριά καταμετρήθηκαν 14.525 άνθρωποι (στην πόλη 2.992 και στα χωριά 11.533). Οι απώλειες, λόγω φυγής και θανάτων, στα τέσσερα προηγούμενα χρόνια, ανέρχονταν στους 4.263. Ο ελληνισμός της Κριμαίας ρίζωσε στις νέες περιοχές εγκατάστασής του, αν και προϊόντος του χρόνου τα αρχικά προνόμια καταργήθηκαν, ενώ στην περιοχή συνέρρεαν διαρκώς χιλιάδες νέοι κάτοικοι, κυρίως Ουκρανοί και Ρώσοι.

 Σωτήρης Δημόπουλος * 

* ΥΓ: Ο Σωτήριος Δημόπουλος με καταγωγή από τα χωριά Πιτσά και Χελυδόρι Κορινθίας, είναι απόφοιτος της Σχολής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου του Κιέβου και Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου με θέμα διατριβής: “Το εθνικό ζήτημα της ΕΣΣΔ κατά τον Μεσοπόλεμο - το παράδειγμα των Ελλήνων της Αζοφικής”. Έχει δημοσιεύσει το βιβλίο “Διάλογος για την ιστορία και το εθνικό ζήτημα”, ενώ έχει μεταφράσει το βιβλίο του Νικολάι Μπερντιάεφ “Το νόημα της Ιστορίας”.