Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

50 χρόνια από πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στο Δερβένι ( 30 / 9 / 1968).

Ένα από τα πλέον πολύνεκρα δυστυχήματα, στην ιστορία των ελληνικών σιδηροδρόμων 50 χρόνια πριν ( 30 / 9 / 1968 ).

Η ημέρα κυλούσε ήσυχα στο Δερβένι ενώ οι γονείς ετοίμαζαν τα παιδιά τους καθώς την επόμενη ημέρα (Τρίτη 1 Οκτωβρίου) θα άνοιγαν μετά τις διακοπές του καλοκαιριού τα σχολεία. Τίποτα δεν προμηνούσε αυτό που έγινε.. 

Η ώρα ήταν 6 και 15 το απόγευμά όταν ξαφνικά μεγάλος κρότος από την σιδηροδρομική γραμμή ακούστηκε .

 Άμέσως ειπώθηκε ότι το τραίνο που πέρναγε από την γέφυρα έπεσε στο ποτάμι του Δερβενίου. Όμως τίποτε τέτοιο δεν είχε συμβεί αλλά εκείνη την ώρα συνέβη στο Δερβένι, ένα από τα πλέον πολύνεκρα δυστυχήματα στην ιστορία των ελληνικών σιδηροδρόμων.

Την Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 1968 , δύο αμαξοστοιχίες, ξεκίνησαν από την Κυπαρισσία με μιάμιση ώρα διαφορά η μία αμαξοστοιχία από την άλλη οι οποίες επέστρεφαν με 2.500 ψηφοφόρους έκαστη από την Πελοπόννησο προς την Αθήνα και τον

Πειραιά, που είχαν πάει να ψηφίσουν  στο δημοψήφισμα για το σύνταγμα της Ελλάδος, το οποίο έγινε την προηγούμενη μέρα.

Η πρώτη ήταν απλή ταχεία και στάθμευε σε όλους τους σταθμούς ενώ η δεύτερη ήταν υπερταχεία και «έπιανε» μόνο στους θεωρητικά μεγάλους σταθμούς.

Η πρώτη αμαξοστοιχία αφού στάθμευσε στο Σ. Σταθμό του Δερβενίου και πήρε επιβάτες ,ξεκίνησε , αγκομαχώντας πέρασε τη γέφυρα ,όταν ξαφνικά ο συρμός ακινητοποιήθηκε λίγες δεκάδες μέτρα πιο πέρα , μέσα στις ελιές και απάνω σε στροφή καθώς μία γυναίκα αισθανθεί λιποθυμία και τράβηξε τον μοχλό ασφαλείας. Τότε έγινε το κακό , Η άλλη αμαξοστοιχία που πέρασε το σταθμό του Δερβενίου , χωρίς να σταματήσει , έφτασε την προπορευόμενη και ,,, συγκρούσθηκαν σφοδρά, με αποτέλεσμα το θάνατο 34 επιβατών και τον τραυματισμό άλλων 135.

 Επακολούθησε πανικός όμως χάρις την αυτοθυσία κατοίκων της περιοχής σώθηκαν αρκετοί...

Στο σημείο υπάρχει προσκυνητάρι.

Αλλά να δουμέ  τι έγραψe για το σιδηροδρομικό δυστύχημα του Δερβενίου η

εφημερίδα των Πατρών "ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ":

02/10/1968

Εφιαλτικαί σκηναί αλλοφροσύνης και αγωνίας 2.000 επιβατών

Πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα συγκλονίζει ολόκληρη τη χώρα μετά τη σύγκρουση δύο τρένων. Πλησίαζε η ώρα 6.20 το απόγευμα εκείνης της Τρίτης όταν η υπ’ αριθμ. 304 αμαξοστοιχία που ερχόταν από Κυπαρισσία και Πάτρα –είχε αναχωρήσει από την πόλη μας στις 3.15 μ.μ.– βρισκόταν ένα περίπου χιλιόμετρο από το Δερβένι. Οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν ότι εξ αιτίας του συνωστισμού των επιβατών στο βαγόνι, μια γυναίκα στην προσπάθειά της να ισορροπήσει, συγκρατήθηκε από τη χειρολαβή που έδινε το σήμα κινδύνου. Από αυτήν την απροσεξία, ο μηχανοδηγός ελάττωσε την ταχύτητα μέχρι να σταματήσει ο συρμός. Οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι τοποθέτησαν σήμα στο πίσω μέρος της αμαξοστοιχίας, προκειμένου να λάβει εγκαίρως γνώση ο μηχανοδηγός του τρένου που ακολουθούσε με διαφορά δέκα λεπτών. Επρόκειτο για την υπ’ αριθμ. 306 αυτοκινητάμαξα που είχε ξεκινήσει από την Πάτρα στις 4.24 μ.μ. Το προσωπικό του προπορευόμενου τρένου άρχισε να ασχολείται με το σήμα κινδύνου που είχε δοθεί. Η τύχη όμως δεν βοήθησε, καθώς «ο μηχανοδηγός της δευτέρας ωτομοτρίς –ήτις εκινείτο με μεγάλην ταχύτητα δια της ογκώδους δηζελομηχανής της– δεν αντελήφθη εγκαίρως τον σταματημένον συρμόν. Ότε οι αρμόδιοι της κινήσεως της αμαξοστοιχίας είδον τον κίνδυνον, ήτο πλέον αργά. Παρά τας προσπάθειάς των να ακινητοποιήσουν τον συρμόν, δεν κατέστη δυνατόν τούτο, λόγω της κεκτημένης ταχύτητος. Τοιουτοτρόπως επήλθε το μοιραίον»…
Η πρόσκρουση ήταν βίαιη καθώς το τελευταίο βαγόνι στο οποίο έπεσε η μηχανή μεταβλήθηκε σε άμορφη μάζα, ενώ τρία ακόμη βαγόνια εκτροχιάστηκαν και ανατράπηκαν. Οι φωνές των έντρομων επιβατών και οι επικλήσεις των παγιδευμένων για βοήθεια προκαλούν σύγχυση και πανικό.

Επρόκειτο αναμφισβήτητα για την πιο τραγική νύχτα που έζησε η περιοχή μεταπολεμικά. «Σκηναί αλλοφρονήσης επηκολούθησαν, καθ’ ον χρόνον πολλοί μη τραυματισθέντες επεχείρουν να πηδήσουν δια των παραθύρων των οχημάτων. Αι οιμωγαί των τραυματιών και αι παρακλήσεις των παγιδευμένων επέτειναν την φρίκην που προεκάλει το όλον θέαμα της συγκρούσεως». Κανένας δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσοι επέβαιναν, δεκάδες επιβάτες είχαν εισιτήρια αλε-ρετούρ, άλλοι είχαν μπει χωρίς θεώρηση ή δήλωση στα αρμόδια σταθμαρχεία. Κανένας δεν μπορούσε να υπολογίσει τα θύματα της τραγωδίας.
Μέσα στον πανικό που ακολούθησε τη σύγκρουση, ένας νέος με σπάνια ψυχραιμία –ο μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού Σουρούνης– πέταξε το σακάκι του και χίμηξε μέσα στα σφηνωμένα βαγόνια  για να βγάλει νεκρούς και τραυματίες.
Ένα θέαμα απ’ αυτά που συγκλονίζουν και παραλύουν τη σκέψη και του πλέον ψύχραιμου ανθρώπου. Ο ρεπόρτερ της «Πελοποννήσου» περιγράφει γλαφυρά ό,τι αντίκρισε όταν έφτασε στον τόπο του δυστυχήματος: «Βρεθήκαμε μπρος σε μια πολεμική επιχείρηση διασώσεως των εγκλωβισμένων τραυματιών μέσα από τις άμορφες μάζες των σιδερικών. Η τραγωδία έπαιρνε ακόμα πιο οδυνηρές διαστάσεις από τις φωνές των συγγενών, που καλούσαν τους δικούς τους να δώσουν, μέσα σε κείνο το πανδαιμόνιο της συγχύσεως και του πανικού, απάντησι αν ζουν, αν βρίσκονται μέσα στο μοιραίο τραίνο ή κάπου εκεί κοντά».
Ο προβολέας ενός τεράστιου γερανού του Τάγματος Μηχανικού Λουτρακίου φώτιζε τα συντρίμμια προκειμένου τα συνεργεία διασώσεως να συνεχίσουν το έργο τους. Πιο πέρα βασίλευε το σκοτάδι, ενώ άστραφταν τα φλας των φωτογράφων και ο θόρυβος των μηχανών που δούλευαν για τα συνεργεία γέμιζαν τη νύχτα με τρόμο.
Το τελευταίο βαγόνι μια άμορφη μάζα: «Άνθρωποι, βαλίτσες, σίδερα, λαμαρίνες σαν ένα τόπι από κουρέλια. Κρέμονταν σαν ξέφτια χάρτινα, ανθρώπινα μέλη. Αλλού ένα χέρι, αλλού ένα πόδι, αλλού αιωρείτο μια φουστίτσα χωρίς το μικρό σωματάκι»…
Ο διοικητής Ασφαλείας του Αιγίου υπομοίραρχος Κ. Βασιλάκης ανέσυρε από ένα βαγόνι μια μητέρα με το παιδί της. «Η μητέρα που είχε αγκαλιά το παιδάκι ήταν νεκρά. Το παιδί ζούσε!».
Ήταν μόλις μια ώρα μετά τα μεσάνυχτα και είχαν ανασύρει από την κόλαση του θανάτου και του ολέθρου τους πρώτους οκτώ νεκρούς. Στρατιώτες με μπαλντάδες χτυπούσαν τη σκεπή για να μπορέσουν ν’ ανοίξουν τρύπες ώστε να καταφέρουν να μπουν μέσα στο διαλυμένο βαγόνι, ενώ ένα άλλο συνεργείο με συσκευές οξυγονοκόλλησης έλιωναν τις λαμαρίνες για να διευκολύνουν κάπως τους λοστούς. Κάποιοι από τους νοσοκόμους λιποθυμούσαν καθώς έσυραν πολτοποιημένα πτώματα.
Στις 2 τα ξημερώματα, μόνο δώδεκα νεκροί είχαν ανασυρθεί.
Γιατί εσταμάτησε η αμαξοστοιχία
Στην «Ημέρα» την επομένη καταγράφονταν οι πιθανές αιτίες, σύμφωνα με την ανάκριση, για το λόγο που η πρώτη αμαξοστοιχία είχε σταματήσει: «Σ’ ένα βαγόνι ελιποθύμησε ένας ναύτης, οπότε μια γυναίκα πανικόβλητη ετράβηξε την πέδην του σήματος κινδύνου. Εσημειώθη αιφνιδίως λιποθυμία μιας γραίας και ένας εκ των επιβατών έσυρε την λαβήν του κινδύνου. Μία επίτοκος ελιποθύμησε λόγω του φοβερού συνωστισμού και ένας ναύτης προκάλεσε το σταμάτημα της αμαξοστοιχίας. Οπωσδήποτε όταν διεπιστώθη ότι ένας επιβάτης παρίστατο ανάγκη να κατέλθη και να μεταφερθή δι’ αυτοκινήτου προς παροχήν των απιτουμένων βοηθειών, δεν ελήφθησαν μέτρα δια την έγκαιρον στάθμευσιν της ακολουθήσης αμαξοστοιχίας και η συμφορά επήλθεν»!
Από ό,τι έγινε γνωστό μηχανοδηγός στο δεύτερο τρένο δεν ήταν ο εντεταλμένος αλλά ένας αδειούχος που είχε επιβιβαστεί στην Πάτρα. Επειδή στα βαγόνια είχε μεγάλο συνωστισμό, προτίμησε να πάρει θέση δίπλα στο συνάδελφο και το βοηθό του. Το ίδιο είχε κάνει ένας ακόμη συνάδελφός τους, με αποτέλεσμα να υπάρχουν στο χώρο της μηχανής τέσσερα άτομα. Είχε πάρει τη θέση του για να τον ξεκουράσει, χωρίς να γνωρίζει ότι με την πράξη του αναλάμβανε ένα μεγάλο φορτίο και έπρεπε να επιδείξει την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή.
Μακάβρια ήταν η εικόνα των πτωμάτων για αναγνώριση στο νεκροτομείο Αθηνών: «Τα πρόσωπα είναι παραμορφωμένα. Τα χαρακτηριστικά πρισμένα, τα μάτια πεταμένα έξω από τις κόγχες, αι γλώσσαι έξω απ’ τα δόντια. Και αντίθετα από το κέρινο χρώμα του άλλου σώματος που το λογχίζουν τρυπήματα μαντεμιού και μπαλνταδιές σιδήρων που ’χουν τσακίσει κνήμες, βραχίονες, γόνατα και πλευρές, τα πρόσωπα φαντάζουν μαύρα, ολόμαυρα, σα να έχουν βουτήξει σε κατράμι. Ακόμη και οι γλώσσες που βγαίνουν ανάμεσα από τα δόντια που τις δαγκώνουν, είναι κατάμαυρες, λες και έχουν καεί». Οι περισσότεροι είχαν βρει το θάνατο ακαριαία λόγω πνιγμού.
Έγραφε η «Πελοπόννησος» ότι είχαν πιάσει την κουβέντα και «ο συρμός εκινείτο επί των σιδηροτροχιών με ταχύτητα πλέον των 50 χιλιομέτρων άνευ ουδενός ελέγχου… Η συζήτησις εγκληματική απέσπασε την προσοχήν του από το επαγγελματικόν του καθήκον με αποτέλεσμα να προκληθή η τρομακτική πρόσκρουσις με 159 θύματα, τα 34 των οποίων υπέκυψαν επί τόπου»