Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

Πώς πήραν το όνομά τους σκυλάδικα; – Πού οφείλεται η άνθησή τους τη δεκαετία του 1980; - Γύψινα πιάτα, ουίσκι, κονσομασιόν και άλλα…

 skyladika-4 

Η προβολή του σίριαλ «Αυτή η Νύχτα Μένει» στον ALPHA και η επιτυχία που σημείωσε έφερε πάλι στην επικαιρότητα τα σκυλάδικα για τα οποία έχει γίνει πολύς λόγος και έχουν γραφτεί πολλά… Το σίριαλ βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, ενός ανθρώπου που «βίωσε» τα σκυλάδικα και όλα γύρω από αυτά τη δεκαετία του 1980. Τον ίδιο τίτλο, «Αυτή η Νύχτα Μένει», έχει και ταινία του αξέχαστου Νίκου Παναγιωτόπουλου, παραγωγή του 2000, τιμημένη με έξι κρατικά βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Η ταινία, το σενάριο της οποίας υπογράφουν οι Νίκος Παναγιωτόπουλος και Θάνος Αλεξανδρής βασίζεται επίσης στο μυθιστόρημα του τελευταίου. Είχε σημαντική επιτυχία καθώς έκοψε περίπου 110.000 εισιτήρια και ήταν πέμπτη στον σχετικό κατάλογο με πρώτο το «Safe Sex» (1.500.000 εισιτήρια).



Το τραγούδι των τίτλων της ταινίας, σε μουσική και στίχους Σταμάτη Κραουνάκη, ερμήνευσε μοναδικά η Δήμητρα Παπίου. Σήμερα, στη νέα του εκτέλεση ερμηνεύεται εξαιρετικά από τη Γιώτα Νέγκα. Βέβαια, τραγούδι με αυτόν τον τίτλο ερμηνεύτηκε για πρώτη φορά το 1962 από τον μεγάλο Στέλιο Καζαντζίδη. Η μουσική και οι στίχοι ήταν του ίδιου.

Πώς προήλθε η λέξη σκυλάδικο;

Σύμφωνα με το ΧΡΗΣΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ της Αθηνών (έκδ. 2014) σκυλάδικο (είναι το) νυχτερινό κέντρο όπου παίζονται βαριά λαϊκά τραγούδια χαμηλής ποιότητας και (συνεκδ., κυρίως στον πληθυντικό) τα αντίστοιχα τραγούδια. Εξαιρετικός ο ορισμός του ΧΛΓΝ κατά την άποψή μας, ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι είναι ορισμός λεξικού και όχι άρθρου η βιβλίου! Η ετυμολογία της λέξης δεν υπάρχει καθώς είναι αβέβαια.

Στο διαδίκτυο υπάρχουν πολλά άρθρα για τα σκυλάδικα και διάφορες ερμηνείες. Ανατρέξαμε στο ιστολόγιο (μπλογκ) sarantakos.wordpress.com του Νίκου Σαραντάκου το οποίο θεωρούμε ιδιαίτερα έγκυρο. Από τις εκδοχές για την ετυμολογία της λέξης «σκυλάδικο» που παραθέτει ,πιο πιθανές κατά την άποψη μας είναι οι εξής: 

Ο Γιώργος Δαλαμάγκας, ιδιοκτήτης της ταβέρνας-παράγκας «Κούτσουρα» στη Θεσσαλονίκη στον οποίο γίνεται αναφορά στο περίφημο «Μπαξέ Τσιφλίκι» του Βασίλη Τσιτσάνη, σε συνέντευξή του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο (1972) είπε ότι τα πρώτα σκυλάδικα εμφανίστηκαν στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του 1940 και το όνομά τους το οφείλουν στο ότι σε αυτά σύχναζαν οι σκληροί μάγκες, οι σκυλόμαγκες οι οποίοι μάλιστα χόρευαν μόνο ζεϊμπέκικο. Ο Ηλίας Πετρόπουλος θεωρεί κι αυτός ότι τα σκυλάδικα «γεννήθηκαν» στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στην περιαστική της περιφέρεια στη δεκαετία του ’50 ως αντίδραση στη μικροαστική μετεξέλιξη των λαϊκών κέντρων.

Πραγματικά η λέξη σκυλόμαγκας υπάρχει σίγουρα το 1930 όταν έγινε και τίτλος τραγουδιού από τον Πέτρο Κυριακό (στίχοι του ίδιου, μουσική του Τέτου Δημητριάδη) ενώ και η λέξη σκυλάδικο υπάρχει τουλάχιστον από το 1935 όταν την κατέγραψε ο Αλέκος Λιδωρίκης στην εφημερίδα «Ακρόπολις». «Αυτοψία σε επαρχιακό σκυλάδικο, παρέα με την Τοσίτσα και τη Μαρίτσα» γράφει χαρακτηριστικά.

Πάντως σήμερα η λέξη σκυλάδικο είναι ταυτισμένη με τα νυχτερινά κέντρα του είδους τα οποία «άνθησαν» τη δεκαετία του 1980. Η πιθανότερη εκδοχή για την ετυμολογία της… νεότερης λέξης «σκυλάδικο» είναι ότι προέρχεται από τη φωνή και την ερμηνεία των τραγουδιστών-τραγουδιστριών των κέντρων αυτών που θύμιζε λυγμό σκύλου και τον εκκωφαντικό λαϊκοδημοτικό ήχο. Έτσι προέκυψαν οι λέξεις σκυλάδικο, σκυλάδες, κυρίως για τους θαμώνες των κέντρων αυτών, αλλά και όσους τραγουδούσαν εκεί και σκυλού, για τις τραγουδίστριες των σκυλάδικων. Και βέβαια, τα τραγούδια επιβαρύνθηκαν λεκτικά, καθώς εκτός από σκυλάδικα, χαρακτηρίστηκαν και σκυλοτράγουδα!

Η γέννηση των σκυλάδικων του ‘80

Η δεκαετία του ’70 χαρακτηρίστηκε μουσικά από την επικράτηση του πολιτικού τραγουδιού (μετά τη Μεταπολίτευση βέβαια) και άλλων τραγουδιών με μελοποιημένους στίχους ποιητών ή γενικότερα «ψαγμένους» στίχους. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 όμως, τραγουδιστές όπως οι Πόλυς Κερμανίδης, Κώστας Καφάσης, Γιάννης Φλωρινιώτης, Ανδρέας Ζακυνθινάκης, Γιώργος Αιγύπτιος κ.ά. και τραγουδίστριες όπως οι Ελευθερία Χριστοπούλου, Έλενα Γιαννακάκη, Ρένα Ντάλμα, Ρένα Βιολάντη, Μαριάνθη Κεφάλα κ.ά. σημείωναν μεγάλη επιτυχία με ερωτικά τραγούδια που ακούγονταν παντού. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο κόσμος είχε βαρεθεί πλέον τα πολιτικά και τα άλλα «ψαγμένα» τραγούδια και γέμιζε εφτά μέρες τη βδομάδα, πολλές φορές, τα νυχτερινά κέντρα όπου εμφανίζονταν οι παραπάνω τραγουδιστές και τραγουδίστριες.

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 σηματοδότησε την καθολική σχεδόν επικράτηση των ερωτικών τραγουδιών ή καψουροτράγουδων ή σκυλοτράγουδων και το άνοιγμα εκατοντάδων νυχτερινών κέντρων σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη αλλά και ολόκληρη την ελληνική επαρχία.

Όπως λέει ο Θάνος Αλεξανδρής: «Οι της νύχτας χρωστάμε στην άνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου την άνθηση του σκυλάδικου. Εκεί (που) αρχίζει η απομυθοποίηση του πολιτικού τραγουδιού. Μόλις ανεβαίνει ο Ανδρέας, το κοινό έχει χορτάσει μελοποιημένους ποιητές. Ο λαός θέλει να ξεδώσει. Κι αρχίζει ξαφνικά ένα ξέφρενο πανηγύρι. Τρελαίνεται για ξενύχτι. Και σαν έτοιμος από καιρό έχει μια λαχτάρα για έρωτα. Να πραγματοποιήσει όλες τις φαντασιώσεις του».

Ακόμα και οι Αριστεροί και οι διανοούμενοι που μιλούσαν απαξιωτικά για σκυλάδικα στην αρχή έγιναν σύντομα τακτικοί θαμώνες τους. Αποενοχοποίηση των καψουροτράγουδων με ιδιαίτερα επαινετικά λόγια για τα σκυλάδικα. Ενδεικτικά όπως αναφέρει ο Νίκος Σαραντάκος υπάρχει επιστολή του Παναγιώτη Λαφαζάνη στον «Ριζοσπάστη» το 1984 με θετικές κρίσεις για το σκυλάδικο. 

 Μια ανάλυση του φαινομένου «σκυλάδικα» 

 Εξαιρετική είναι η ανάλυση του Λεωνίδα Οικονόμου για τα σκυλάδικα στο βιβλίο «Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ‘80». 

Ας δούμε μερικά απ’ όσα γράφει. «Η δεκαετία του 1980 μπορεί να χαρακτηριστεί ως δεκαετία διασκέδασης, μια δεκαετία στην οποία το ευρύτερο κλίμα που διαμορφώθηκε ώθησε ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα και κατηγορίες να διασκεδάσουν με περισσότερη διάθεση και λιγότερους περιορισμούς απ’ ό, τι οι δεκαετίες που προηγήθηκαν ή εκείνες που ακολούθησαν… Η δεκαετία του 1980 ήταν επίσης δεκαετία μεγάλης απήχησης και σημαντικών ιδεολογικών ανακατατάξεων στους τρόπους πρόσληψης του λεγόμενου «λαϊκού» τραγουδιού. Οι πελάτες των κέντρων (ενν. των σκυλάδικων) πλήθυναν, το κοινωνικό τους φάσμα διευρύνθηκε και είχαν πολλά χρήματα να ξοδέψουν». 

 Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι στίχοι των σκυλάδικων τραγουδιών. Διαρκείς αναφορές στην τρέλα, την αμαρτία, το αλκοόλ, τη νύχτα, τον έρωτα και το χρήμα. Ξεχωριστή αναφορά γινόταν επίσης στο ουίσκι που ήταν σχεδόν το μοναδικό αλκοολούχο ποτό που υπήρχε στα σκυλάδικα. Πάντως σύμφωνα με τον Λεωνίδα Οικονόμου: «Τα θέματα αυτά πάντως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντλούσαν από τον πολιτισμό του σκυλάδικου καθώς ορισμένα τουλάχιστον από αυτά όπως για παράδειγμα «η τρέλα» απαντούν και σε άλλες μορφές και κατηγορίες ελληνικής μουσικής και πολιτισμού και φαίνεται να χαρακτηρίζουν πιο γενικά το έθος (συνήθειες) της δεκαετίας».

Τα σκυλάδικα σε Αθήνα και επαρχία  

Τα σκυλάδικα στην Αθήνα ήταν δεκάδες και βρίσκονταν σε διάφορες περιοχές του λεκανοπεδίου. Ο Διονύσης Χαριτόπουλος στο βιβλίο του «Έρωτες στη Μεταπολίτευση» παραθέτει αρκετά: «Παγκόσμιο», «Κουίν Αν», «Όνειρο», «Πρόσωπο», «Λουζιτάνια», «Ξημερώματα» στην Εθνική Οδό Αθηνών-Λαμίας, «Κανόνι», «Σεραφίνο» στη Λεωφόρο Συγγρού, «Ρεγγίνα», «Ιφιγένεια», «Τούνελ», «Λα Σιτέ», «Φαληρικό» στο Μοσχάτο, «Αννέτα», «Λατρεία», «Αμπάρες», «Μονσινιόρ» στην οδό Ηπείρου, «Σκορπιός» στη Ζωοδόχου Πηγής, «Νεράιδα της Αθήνας», στη Δροσοπούλου (εκεί έγινε το βράδυ της 25ης Φεβρουαρίου 1973 το τριπλό φονικό από τον Νίκο Κοεμτζή), «Στοπ», «Καν Καν», «Τεν Τεν», «Σου Μου», «Μωρό» στην Ιερά Οδό και τη Θηβών, «Σταλαχτίτες» στην Αλεξάνδρας, «Αχίλλειο» και «Στορκ» στις Τρεις Γέφυρες, «14» και «Αραπάκια» στον Κηφισό κ.ά. Στη Θεσσαλονίκη επίσης δεκάδες σκυλάδικα αποτελούσαν στέκια για… μερακλήδες και όχι μόνο: «Έπαυλη», και «Καλύβα» στη Σταυρούπολη, «Δειλινά» στη Νεάπολη, «Ζυγός», «Ρομέο», «Διογένης», «Ντέφι» στον Εύοσμο, «Αβαντάζ», «Σκορπιός», «Ενυδρείο» κ.ά. Όσο για τις επαρχιακές πόλεις; 

Ιδιαίτερα σε περιοχές με αγροτικό πληθυσμό, τα σκυλάδικα έκαναν θραύση. Ήταν η εποχή με τις αγροτικές επιδοτήσεις και το χρήμα που έρρεε άφθονο στην επαρχία. Ο Θάνος Αλεξανδρής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι υπήρχαν κάποιοι που ξόδευαν ακόμα και 1.000.000 δραχμές τη βραδιά σε ορισμένα από αυτά, όχι μόνο βέβαια για να ακούσουν τα τραγούδια… 

Και παραθέτει το παράδειγμα μιας ώριμης και εύσωμης γυναίκας την οποία «κυνηγούσε» καψούρης εργολάβος οικοδομών που αφού της έδωσε μια περιουσία, συνευρέθηκε ερωτικά μαζί της στην καρότσα του φορτηγού του δίπλα στο χαλίκι που κουβαλούσε! 

 Και βέβαια οι γυναίκες δεν χρειαζόταν να έχουν ιδιαίτερα φωνητικά προσόντα. «Οι γυναίκες όμορφες ή άσχημες αδύνατες ή το αντίθετο, ψηλές ή όχι γίνονταν ανάρπαστες. Όλες! Δεν χρειαζόταν καν να τραγουδάνε αρκούσε να είναι γυναίκες! Βρίσκαμε κοπέλες σε σούπερ μάρκετ ή εργοστάσια για τα μπαλέτα. Και έπαιρναν νυχτοκάματο στις αρχές του ’80 κάπου 6.000 δραχμές επί μέσου μισθού 3.000 δραχμών τον μήνα» προσθέτει ο Θάνος Αλεξανδρής. 

«Βαριά» ερωτικά λαϊκά, άφθονο ουίσκι, σπάσιμο γύψινων πιάτων, λουλούδια, μπραβιλίκι, ντουμάνι από καπνούς, ναρκωτικά, κάποιες φορές, κονσομασιόν σε πολλά από αυτά και… χρυσόσκονη ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά των σκυλάδικων.

 Τα σκυλάδικα… και οι σκυλάδες 

Πάντως θεωρούμε ότι το ποια τραγούδια είναι σκυλάδικα και ποια όχι είναι ασαφές. Ο «Διαβολάκος» του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου που αναφέρει ο Διονύσης Χαριτόπουλος για παράδειγμα δεν ανήκει σ’ αυτά. Τα «Είσαι νινί ακόμα», «Το Μωρό», «Παντρεμένοι κι οι Δυο», «Όχι θα Κάτσω να Σκάσω», «Πάρε με αγκαλιά να μην πατήσω τα γυαλιά», «Το Μελαχρινάκι», «Θα φάμε γλάρο» του Κώστα Καφάση κ.ά. αντιθέτως, μάλλον… εντάσσονται σ’ αυτή την κατηγορία. Τη μουσική και τους στίχους του… Γλάρου υπογράφει ο Νίκος Μιχαήλ. Πρόκειται για ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε ο αείμνηστος Τάκης Μουσαφίρης (όπως και το Αντώνης Ζάννας). Μουσαφίρης, Τάκης Σούκας, Κώστας Ψυχογιός, Χρήστος Κοτσώνης (δημιουργός των επιτυχιών του Πόλυ Κερμανίδη) ήταν οι συνθέτες των περισσότερων τραγουδιών. Τα όρια ανάμεσα στους ερμηνευτές σκυλάδικων τραγουδιών και τους υπόλοιπους είναι δυσδιάκριτα. 

Αρκεί να σκεφτούμε ότι ο Λευτέρης Πανταζής και η Άντζελα Δημητρίου που ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 εισπράττοντας μειωτικούς και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τα τραγούδια τους, στα τέλη της ίδιας δεκαετίας ήταν «πρώτα» ονόματα σε μεγάλα νυχτερινά κέντρα. Το ίδιο έγινε και στη Θεσσαλονίκη όπου ο Βασίλης Καρράς που ανέβηκε στο πάλκο το 1970 και πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία το 1979 με το τραγούδι «Βάζεις στον πόνο μου φωτιά» (Θ. Δερβενιώτης-Κ. Βίρβος) στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ήταν δημοφιλής σε όλη την Ελλάδα. Όπως και οι Πασχάλης Τερζής που είχαν πολυετή καριέρα, ο Τερζής ξεκίνησε το 1974 στη Ρόδο και ο Ξανθιώτης Ζαφείρης Μελάς το 1965! Στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησαν την καριέρα τους ή έγιναν γνωστοί τη δεκαετία του ’80 ο Χάρης Κωστόπουλος, ο Σάκης Τσελέπης(«Τη μάσκα πέτα», «Είναι η καρδιά σου μαγαζί, που μπαινοβγαίνουνε πολλοί»), ο Σταύρος Φωτιάδης, ο Δημήτρης Τερζόπουλος(«Εξομολόγηση», «Ξανθέ μου άγγελε») κ.ά. 

  Η παρακμή και το τέλος των σκυλάδικων 

 Καθώς όλα τα ωραία (και όχι μόνο) τελειώνουν κάποια στιγμή στη ζωή, το ίδιο έγινε και με τα σκυλάδικα. Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 είχε αρχίσει η παρακμή τους που έφερε σταδιακά το τέλος τους και μαζί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Ο Θάνος Αλεξανδρής θεωρεί ότι το τέλος των σκυλάδικων ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και τον ερχομό στην Ελλάδα χιλιάδων εντυπωσιακών γυναικών, δίμετρων και άλλων, από τις χώρες του. Πολλές από αυτές έκαναν κονσομασιόν σε μπαρ για ελάχιστα χρήματα σε σχέση με τα υψηλά ποσά για τις αντίστοιχες... «υπηρεσίες» στα σκυλάδικα. Σίγουρα ήταν και αυτός ένας λόγος, ωστόσο δεν ήταν ο μοναδικός. Θεωρούμε ότι οικονομικοί λόγοι ήταν κυρίως αυτοί που οδήγησαν στην παρακμή και το τέλος των σκυλάδικων. 

Το… αγριογούρουνο αντέχει 

Ανάμεσα στα πολλά ευτράπελα που συνέβηκαν στα σκυλάδικα αναφέρουμε ένα που είχε αφηγηθεί σε ραδιοφωνική εκπομπή ο Γιώργος Μητρόπουλος. Θαμώνας σε σκυλάδικο της Καστοριάς πλησιάζει την ορχήστρα για «παραγγελιά».

 –Θα παίξετε το «Αγριογούρουνο;», ρωτά 

-Ποιο; 

- Το «Αγριογούρουνο». 

-Δεν το ξέρουμε. 

-Μα πώς είναι πασίγνωστο, κι αν χιονίζει και αν βρέχει το αγριογούρουνο αντέχει!

 Πρόκειται φυσικά για το «Αγριολούλουδο» των Χρήστου Νικολόπουλου – Πυθαγόρα που ερμήνευσε μοναδικά ο Στέλιος Καζαντζίδης. 

Επίλογος 

Κλείνουμε αυτό το σύντομο αφιέρωμα στα σκυλάδικα (θα μπορούσαμε να γράψουμε πολλά ακόμα), με στίχους της Ελένης Βιτάλη από το τραγούδι της «Εγώ τραγούδαγα» («Τα σκυλάδικα») όπου περιγράφονται με λίγες λέξεις σχεδόν τα πάντα… 

«Σ’ ένα υπόγειο της Βάθης κλαριτζίδικο μ’ ένα γαρίφαλο στ’ αφτί καρικατούρα- μεσοτοιχία να βρομάει το σουβλατζίδικο κι η πελατεία ξαπλωμένη απ’ τη μαστούρα…» 

Ευχαριστούμε θερμά τους καλούς φίλους Κώστα Β., έναν από τους καλύτερους μπουζουξήδες της νεότερης γενιάς και Γιάννη για τις πολύτιμες πληροφορίες τους. 

 protothema.gr