Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Τα παρατσούκλια των Ελλήνων από περιοχή σε περιοχή

Γνωρίζατε ότι υπάρχουν παρατσούκλια για τους κατοίκους σχεδόν κάθε ελληνικής πόλης; Και δεν εννοούμε απλώς τα ονόματα που βγαίνουν από την πόλη, πχ Αθήνα – Αθηναίοι, αλλά κάποιες ειδικές ονομασίες, οι οποίες έχουν βγει για διάφορους λόγους. Σίγουρα έχετε ακούσει μερικά από τα παρατσούκλια αλλά ας δούμε πως αποκαλούνται οι κάτοικοι διάφορων πόλεων!

Αθήνα – Γκάγκαροι
Γκάγκαρο ήταν το βαρύ ξύλο που ήταν κρεμασμένο με σκοινί πίσω από τις αυλόπορτες, τις οποίες έκλεινε με το βάρος του (gaga στα τούρκικα το ράμφος). Γκάγκαρος λεγόταν επί τουρκοκρατίας ο Αθηναίος της ανώτερης κοινωνικής τάξης, ο οποίος στην πόρτα του είχε γκάγκαρο. Σημαίνει σήμερα ο γνήσιος Αθηναίος.

Σαλαμίνα – Μπακαουκες ή Μανάρια
Για το “Μπακαουκας” υπάρχει και το γνωστό ανέκδοτο ότι στη σαλαμίνα επικρατεί… εμφύλιος μεταξύ των Μπακις και των Ουκας.

Xαλκίδα – Τρελονερίτες
Απο το φαινόμενο της παλίρροιας. Τα τρελά νερά του Ευρίπου λένε οτι έχουν πειράξει και τα μυάλα των Χαλκιδέων.

Κόρινθος – Λαΐδες ή Αγιοπαυλίτες
Γιατί Λαΐδα ήταν μια εταίρα της αρχαιότητας που έδρασε στην Αρχαία Κόρινθο. Αγιοπαυλίτες από το πέρασμα του Απόστολου Παύλου από την πόλη όπου δίδαξε τον Χρισστιανισμό και άφησε τις 2 Αποστολικες προς Κορινθίους επιστολές.

Άργος – Πρασάδες ή πεπονάδες
Ως αντίποινα τους έβγαλαν έτσι, διότι έτρωγαν το πράσο με το οποίο χτυπούσαν το γαϊδούρι τους. πεπονάδες από την παραγωγή πεπονιών

 Ναύπλιο – Κωλοπλένηδες
Οι Aργίτες τους αποκαλούν έτσι διότι πλένονταν στις τούρκικες τουαλέτες.

Αρκαδία – Σκορδάς ή Αβγοζύγης
Σκορδάς λόγω των τοπικών προϊόντων και αβγοζύγης γιατί πρώτοι οι Αρκάδες πουλούσαν αυγά βάσει του μεγέθους τους – των αυγών -.

Βυτίνα – αλογοσούρτης ή αλογοκλέφτης ή κριτσικοφάγοι
Ο παροιμιώδης τοπικισμός του Έλληνα και η παράλληλη τάση υποτίμησης του γείτονα, δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τις σχέσεις των Βυτιναίων και των τριγύρω χωρικών• τους ακολούθησαν μάλιστα και στη νέα τους εγκατάσταση στην Ηλεία. Η Γρανίτσα, σημερινή Νυμφασία, είναι ένα μικρό χωριό δύο χιλιόμετρα βορείως της Βυτίνας, με κατοίκους ιδιαίτερα φιλομαθείς. Θεωρείται το χωριό με τους περισσότερους επιστήμονες. Τέκνο της είναι ο αρχιμανδρίτης Γερβάσιος Παρασκευόπουλος (1877-1964), υποψήφιος προς αγιοποίηση. Οι Γρανιτσαίοι τα παλιά χρόνια είχαν βρει το μπελά τους από τους άτακτους Βυτιναίους. Έβγαιναν για κυνήγι ελαφιού στην Πατερίτσα (Μαίναλο) και όπως το έφερναν στο χωριό τους, οι ξύπνιοι Βυτινιώτες τους το έκλεβαν, κοροϊδεύοντάς τους από πάνω. Αγανάκτησαν κάποτε οι Γρανιτσαίοι, διαμαρτυρήθηκαν στον αγά του χωριού τους και σκαρφίστηκαν το εξής κόλπο: έσφαξαν ένα γάιδαρο, τον έγδαραν και προσποιήθηκαν ότι αυτός ήταν το ελάφι. Οι Βυτιναίοι, κατά τη συνήθειά τους, άρπαξαν το σφαχτό, γύρισαν στο χωριό τους, το μοιράστηκαν και ετοίμασαν τα κακάβια (καζάνια) για να το μαγειρέψουν. Η Βυτίνα είναι χτισμένη σε δύο λόφους. Στον ψηλότερο ανέβαινε ο τελάλης και διαλαλούσε με δυνατή φωνή τα νέα, για αυτό ο λόφος αυτός λέγεται Μεγαλόφωνος. Ενώ λοιπόν είχαν ανάψει ήδη τις φωτιές, ακούστηκε η φωνή από του Μεγαλόφωνου τη ράχη: «Όσοι εκακάβωσαν να ξεκακαβώσουνε. Δεν ήτανε λάφακας, ήτανε κρίτσικας!» Φυσικά το νέο διαδόθηκε γρήγορα στα γύρω χωριά και έτσι οι Γρανιτσαίοι πήραν την εκδίκησή τους, γλυτώνοντας για πάντα από την κακή συνήθεια των Βυτιναίων, οι οποίοι απέκτησαν το παρατσούκλι «κριτσικοφάγοι», που τους συνόδευσε για αρκετά χρόνια και στα Βυτιναίικα. Οι Βυτιναίοι, και μάλιστα της Κάτω Βυτίνας, από την οποία προέρχεται η πλειοψηφία των οικογενειών που μετοίκησαν στα Βυτιναίικα, είχαν τη φήμη του αλογοσούρτη, του αλογοκλέφτη δηλαδή. Έβαζαν μάλιστα τα πέταλα στα ζώα ανάποδα, για να ξεγελούν τα θύματά τους. Από αυτό βγήκε η φράση που λένε οι Λασταίοι: «Οι Βυτιναίοι από πάνω σου κάνουν το τραπέζι κι από κάτω σου κλέβουν το άλογο». Αλλά και για των Λασταίων τη γούνα υπάρχουν ράμματα: εκτός από τα γειτονικά μας Λασταίικα, οι κάτοικοι της Λάστας μετοίκησαν στο Χάβαρι της Αμαλιάδας. Δυο Λασταίοι που κατέβαιναν στην Αμαλιάδα, διανυκτέρευσαν το τελευταίο βράδυ στο λόγγο και άναψαν φωτιά για να ζεσταθούν. Όμως για κάποια αιτία μάλωσαν και πήραν από ένα κάρβουνο ο καθένας και άναψαν από μια νέα φωτιά. Κάποιος άλλος περαστικός πλησιάζοντας είδε τις τρεις φωτιές και τους δύο ανθρώπους, οι οποίοι του εξήγησαν τι είχε συμβεί. Την επόμενη μέρα το έκανε βούκινο, λέγοντας «δυο Λασταίοι, τρεις φωτιές», φράση που τους ακολουθεί και σήμερα

Μεσσηνία – Καλαματιανοί ή συκάδες
Από την πρωτεύουσα της Μεσσηνία Καλαμάτα ή από τις πολλές συκιές που έχει η περιοχή (παραγωγή σύκων)

 Ηλεία – Πυργιώτες
Από την πρωτεύουσα της Ηλείας τον Πύργο. Για τους Πατρινούς και καρπουζάδες λόγω της παραγωγής καρπουζιών

Πάτρα – Μινάρες
Λίγο υποτιμητική λέξη για τους Πατρινούς που σημαίνει μ..άκας αλλά σε πιο light εκδοχή. Τυπικός χαιρετισμός: “που ‘σαι ρε μιναρα”, Για τους κατοίκους του Πύργου και λουκουμάδες λόγω ότι φτιάχνουν λουκούμια

Αγρίνιο – Βλάχοι
Έτσι τους αποκαλούν οι Μεσολογγίτες, οι οποίοι θεωρούν τον εαυτό τους πολύ διακεκριμένο

Άρτα – Νερατζοκώληδες
Λόγω του ότι στην Άρτα έχουν πολλά νεράτζια και μεγάλους κώλους, άρα έχουν κώλους σαν νεράτζια.

Πρέβεζα – Σαρδέλες
Διότι λέγεται ότι βάζουν τις σαρδέλες στο κλουβί.

Ιωάννινα – Παγουράδες
Αποκαλούνται έτσι, γιατί παλιά λέγανε ότι στη λίμνη στα Γιάννενα καθρεπτιζόταν το φεγγάρι και οι Γιαννιώτες έτρεχαν με τα παγούρια για να μαζέψουν και καλά το μαγικό νερό!

Κέρκυρα – Παγανέλια ή Φρανκολαντσέρηδες
Ονομάστηκαν έτσι γιατί παγανέλι στην κερκυραϊκή διάλεκτο σημαίνει περιστέρι και η Κέρκυρα (κυρίως οι πλατείες, αλλα γενικά όλη η πόλη της) είναι γεμάτη περιστέρια. Το φρανκολαντσέρηδες είναι άγνωστο από που βγαίνει.

Βόλος – Αυστριακοί
Kυκλοφορούν διάφορες εκδοχές: * Διότι οι Βολιώτες είναι τσιγκούνηδες – σαν τους Αυστριακούς * Διότι είναι ψυχροί άνθρωποι – σαν τους Αυστριακούς * Διότι είναι μοχθηροί – επί Τουρκοκρατίας, οι Αυστριακοί είχαν χειρότερη φήμη κι απ’ τους Τούρκους. * Διότι στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν μπήκε στον Παγασητικό ένα αυστριακό πολεμικό, αν και εχθρικό, οι Βολιώτες το υποδέχθηκαν με μπάντες και αυστριακές σημαίες. Αυτά τα λένε οι Λαρισαίοι. Οι εξηγήσεις που δίνουν οι ίδιοι οι Βολιώτες είναι:* Επί Τουρκοκρατίας, η πόλη είχε διάφορα εμπορικά προνόμια, ένα από τα οποία ήταν και η ύπαρξη αυστριακού προξενείου και η δυνατότητα που είχαν οι Βολιώτες να εμπορεύονται υπό αυστριακή προστασία. * Μετά το 1881, που ο Βόλος ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος, η νέα διοίκηση φορολόγησε βαριά τη Θεσσαλία. Μπήκε ένας ιδιότυπος νέος κεφαλικός φόρος σε όλους τους <<Έλληνες το γένος>> (κατά κύριο λόγο εμπόρους), κάτι το οποίο οδήγησε στους μαγαζάτορες να βάλουν ξένες, αυστριακές σημαίες στα μαγαζιά τους για να αποφύγουν να φορολογηθούν. Υπάρχει και η εκδοχή της Φρικηπαίδειας. * Ο Βόλος είναι μία πόλη στην κεντρική Ελλάδα. Γνωστή αυστριακή αποικία που εξελίχθηκε σε αποικία των ΕΛ, μετά την εκδίωξή τους από την αφιλόξενη προσωρινή τους κατοικία, τη γνωστή υποβαθμισμένη περιοχή της Αθήνας.

Λάρισα – Πλατυποδαράδες ή Πλατύποδες ή Τυρόγαλα
Οι Λαρισαίοι λέγονται έτσι λόγω του κάμπου που είναι επίπεδος και δεν βοηθάει στο σχηματισμό καμάρας στο πόδι. Το τυρόγαλα βγαίνει απ’ το τοπικό προϊόν.

Τρίκαλα – Κασέρια ή Σακαφλιάδες
Κασέρια λόγω τοπικού τυριού και Σακαφλιάδες λόγω του Σακαφλιά, ο οποίος έζησε την εποχή του Μεσοπολέμου, λίγο μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και ήταν ο Δον Ζουάν της εποχής. Ήταν ένας ωραίος άντρας που είχε αναστατώσει την τρικαλινή κοινωνία με τα καμώματά του, ώσπου κάποιοι του στήσανε καρτέρι στα στενά σοκάκια του Βαρουσίου και τον μαχαιρώσανε (εξού και το γνωστό στιχάκι “Στα τρίκαλα στα δυό στενά σκοτώσανε τον Σακαφλιά”). Το σακαφλιάς κατά λέξη σημαίνει ο φίλος της σάρκας.

Κοζάνη – Σούρδοι
Λέγονται έτσι διότι προσποιούνταν ότι δεν άκουσαν κάτι – κοινώς ποιούσαν τη νήσσαν – όταν φυσικά δεν τους συνέφερε. Και ενώ οι μεν υπόλοιποι Έλληνες τους δέχτηκαν με αυτήν τους τη νοοτροποία, οι δε Εβραίοι δεν κατάφεραν να στεργιώσουν ούτε στιγμή στην περιοχή. Στα βλάχικα σούρδος σημαίνει κουφός / βλάκας.

Πτολεμαΐδα – Καϊλαριώτες
Αυτό συμβαίνει γιατί η Πτολεμαϊδα λέγεται αλλιώς και Καϊλάρια. Επίση λέγεται και λασποχώρι γιατί παλιά όταν έβρεχε ήταν ένα χωριό γεμάτο λάσπες.

Φλώρινα – Απόγονοι της Γιουργίας
Γιατί η γιούργα ήταν η Γεωργία στα φλωρινιώτικα. Ήταν η μεγαλύτερη πόρνη της Φλώρινας. Απ’ τις μεγαλύτερες βρισιές για τους Φλωρινιώτες!

Θεσσαλονίκη – Καρντάσια
Καρντάσι είναι ο αδερφός στα τουρκικά. Παλιά επεφτε πολυ δούλεμα από τους Αθηναίους επί του θέματος. Σαλονίκη δε, γνωστή και ως Καρντασούπολη! Οι θεσσαλονικείς είναι επίσης γνωστοί ως μπαγιάτηδες και ως παυλοκαταραμένοι.

Σέρρες – Ακανέδες
Λόγω του ότι στη πόλη των Σερρών φτιάχνονται ακανέδες (ένα είδος γλυκού σαν λουκούμι).

 Καβάλα – Ψαροκασέλες
Έτσι τους αποκαλούν οι Ξανθιώτες.

Έβρος – Γκάτζοι ή Γκάτζολοι
Στο Σουφλί του νομού Έβρου παλαιότερα υπήρχαν πολλά γαϊδούρια, τα οποία τα έλεγαν αλλιώς και γκάτζους. Έτσι οι φαντάροι έβγαλαν κοροϊδευτικά την περιοχή Γκατζολία και έμεινε να φωνάζουν τους κατοίκους Γκάτζολους. Η ιστορική αμαξοστοιχία 604 ΕΒΡΟΣ ΕΞΠΡΕΣ λέγεται και Γκάτζος Εξπρές.

Πόντος – Ντουντούμια / Τουρκούλια
Άγνωστη προέλευση.

Λέσβος – Γκαζμάδες
Τη Μυτιλήνη τη λένε Γκασμαδία ή Κασμαδία οι φαντάροι που υπηρετούν εκεί, επειδή η στρατιωτική ζωή εκεί έχει πολύ σκάψιμο, σκάβουν ορύγματα. Επίσης, υπάρχει και ο παλιός μύθος που λέει ότι (σύμφωνα με την παράδοση από στόμα σε στόμα των φαντάρων) όταν ήταν να φτιαχτεί το αεροδρόμιο της Μυτιλήνης, όλοι οι κάτοικοι πήγαν να συνδράμουν κρατώντας από έναν κασμά (και κανένας δεν κρατούσε φτυάρι ή σκαπέτι).

Κως – Μπόχαλοι
Προέρχεται από την τοπική διάλεκτο στην οποία το μπουκάλι το λένε μποχάλι.

Ρόδος – Τσαμπίκοι
Από το γνωστό τοπικό όνομα

Κρήτη – Πέτσακες ή Σβούρους
Μάλλον από Ρέθυμνο, Ηράκλειο. Ο ορεσίβιος ή χωρικός που κατεβαίνει στην πόλη με ιμπεριαλιστικές διαθέσεις ως προς γυναίκες, μπάρια κλπ. με τα γνωστά αξεσουάρ (4χ4, μαύρο πουκάμισο κλπ κλπ). Τείνει να αντικαταστήσει και στα Χανιά το <<κούργιαλος>>. Σβούροι είναι οι κάγκουρες στην τοπική διάλεκτο.

 Ηράκλειο – Σουμπερίτες ή Καστρινούς
Σουμπερίτες, διότι στην κατοχή ο Σούμπερ είχε την έδρα του στο Hράκλειο και Καστρινούς επειδή το Ηράκλειο ονομαζόταν και Κάστρο.

Ιεράπετρα-Βορέδες
Η ονομασία τους προέρχεται απο την λέξη "βορέ" που χρησιμοποιούν κατά κόρον σε κάθε συνδιασμό με την κρητική διάλεκτο . Συνώνυμο του μωρέ,βρε κτλ.. π.χ. 'Ντα κάνεις βορέ?

Πληροφορίες: tsekouratoi.blogspot.com & vytinaiika.blogspot.com