Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΑ ΑΝΩ και ΚΑΤΩ ΠΙΤΣΑ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ ( Α΄ ΜΕΡΟΣ - video)



"ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ" είναι η πετυχημένη εκπομπή που επιμελείται και παρουσιάζει μέσα από την  μικρή οθόνη και από τις συχνότητες του ΑΧΙΟΝ ΤV και του SUPER TV , η δημοσιογράφος Μαίρη Νικολοπούλου
Με την κάμερα της εκπομπής η κ. Νικολοπούλου, βρέθηκε  στους οικισμούς των Πιτσών ,στο Κάτω Πίτσα και στο Άνω Πιτσά.
Το Κάτω Πιτσά μάζί με τον οικισμό Άνω Πιτσά αποτελούν την τοπική κοινότητα Πιτσων  που σήμερα ανήκει στο Δήμο Ξυλοκάστρου - Ευρωστίνης.

Η κοινότητα προήλθε από τον τ. δήμο Ευρωστίνης το 1912. Είναι ένας οικισμός ορεινός στη δυτική πλευρά του Πιτσαδαίϊκου Αη Λια ύψ. 1114 μ.. Υπήρχε ακόμα
μεταξύ Κάτω Λουτρού και Λυκοποριάς αραιοκατοικημένος οικισμός από καλύβια για να εξυπηρετούνται οι αγρότες, τα "Πιτσαδαίϊκα". Το 1915 ορίστηκαν σαν έδρα της κοινότητας τα Πιτσαδαίϊκα, ενώ στις απογραφές του 1920, 1928 δεν αναφέρεται το όνομα Πιτσαδαίϊκα αλλά Κάτω Πιτσά. Οι κάτοικοι το ονόμαζαν "το Πιτσά" ή του "Πιτσά", ενώ το ορεινό Πιτσά λέγεται τώρα Απάνω Πιτσά. Ο Μηλιαράκης το σημειώνει ως Μπιτσά και αναφέρεται βέβαια στο ορεινό χωριό, απ' όπου κατέβηκαν οι Πιτσαδαίοι της παραλίας, για να συγκροτήσουν τα σημερινά Πιτσαδαίϊκα ή Πιτσά.

Το όνομα του χωριού είναι αλβανικό. Παλαιότερα οι γεροντότεροι κάτοικοι του Πιτσά όπως και των γύρω χωριών Άνω Λουτρό, Κούτσι και Τσερεγούνι. μιλούσαν τ' αρβανίτικα

Αν η λέξη έχει σχέση με το Πίκεζα ή Μπίκεζα της Αττικής, που ανάγεται στο αλβανικό pike, υποκορ. pikeze (κορυφή), τότε αυτή πρέπει να είναι η αρχική σημασία του ονόματος, που αναφέρεται βέβαια στο Άνω Πιτσά. Είναι όμως πιθανόν η λέξη να προέρχεται από βράχυνση της λέξεως Πιτσάρι. Πιτσάρι είναι ένα αλβανόφωνο χωριό της Β. Ηπείρου. Από αυτό το χωριό έφυγαν κάποια στιγμή οι κάτοικοι (κατά την παράδοση, ύστερα από επιδημία χολέρας) κι έφτασαν εδώ. Εν τούτοις ο πληθυντικός Πιτσαδαίοι (οι κάτοικοι της Πιτσά) μας οδηγεί σ' έναν αρχικό τύπο Πιτσάδι, όχι Πιτσάρι. Διαφορετικά η λέξη θα ήταν Πιτσαίοι, όπως Καμαραίοι, Λουτραίοι. Είναι επίσης δυνατό να ξεκινήσουμε από όνομα προσώπου Πιτσάς, πληθ. Πιτσάδες και απ' αυτό Πιτσαδαίοι και Πιτσαδαίϊκα. Πράγματι ο Βαγιακάκος κατατάσσει το Πιτσά στα κυριώνυμα (Καλύβια του Μπιτσά).

Η θέση του έκανε τον Λουδοβίκο Ρος να υποστηρίξει την άποψη ότι στο Άνω Πιτσά ήταν η τοποθεσία της αρχαίας Γονόεσσας ή Δονούσσας: "Μεταξύ Πελλήνης και Αιγείρας έκειτο η Γονόεσσσα, Γονούσσα ή Δονούσσα, πόλισμα γνωστόν ήδη εις τον Όμηρον και περίφημον δια την υψηλήν του θέσιν εις την άκραν τινός όρους. Δια τούτο πρέπει να το θέσωμεν εις το βουνόν της Πετσάς (sic)".

Το πραγματικό όνομα του βουνού (καθώς και του χωριού που ήταν χτισμένο πάνω σ' αυτό και που ήταν κατοικημένο μέχρι λίγα χρόνια πριν) είναι Πιτσά ή Πιτσαδαίϊκο βουνό, βρίσκεται δυτικότερα από την Κορυφή (Παναγία της Κορυφής) και ανατολικότερα, (ΒΑ), από το Μαυριόρος και προσφέρεται, είναι η αλήθεια, περισσότερο από την Κορυφή για εγκατάσταση οικισμού. Στο σπήλαιο του βουνού αυτού (Σπηλιά Σαφτουλή) βρέθηκαν πριν από μερικά χρόνια οι περίφημοι και μοναδικοί αρχαϊκοί ζωγραφικοί πίνακες που βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Οι λόγοι ωστόσο που συνηγορούν για την ταύτιση Δονούσσας και Κορυφής, όχι Πιτσά, είναι ισχυρότεροι.

Το 1851 στο Άνω Πιτσά κατά την απογραφή που έγινε ευρέθησαν 417 κάτοικοι. Ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής (1170-1855) έγραφε στα "ελληνικά" του για το Πιτσά. "Πιτσά ΒΔ της Σκούπας, προϊόντα οίνος, έλαιον, κριθή, 1 μικρόν δάσος. Το υπερκείμενον όρος έχει ύψος 1.144 γαλλομέτρων - 102 κατοικίας και 417 κατοίκους".

Από διάφορες πηγές αποδεικνύεται ότι το Άνω Πιτσά είναι κατοικημένο από πολύ παλιά, αν και μόλις το 1886 βρίσκουμε μνημονευόμενο τον οικισμό.

Οι κάτοικοι του Άνω Πιτσά ασχολούνταν με την κτηνοτροφία αλλά και με την αμπελουργία και ελαιοκαλλιέργεια. Διέμεναν σε μικρά πέτρινα ή πλίθινα σπίτια και είχαν διατηρήσει μερικά έθιμα από τους πρώτους Αλβανούς που κατοίκησαν στο Πιτσά, επίσης χαρακτηριστικά είναι τα τοπωνύμια που έχουν διατηρηθεί μέχρι σήμερα με αλβανική προέλευση όπως Κρόη Πάλα (βρύση Πάλα), Σκιμπικούκι (βράχος κόκκινος), Ράχα (Ράχη) κ.ά.

Πηγαίνοντας απ' το Κάτω Πιτσά συναντούμε την τοποθεσία Τσούκα και τα Καλύβια. Σ' αυτά κατοίκησαν οι Πιτσαδιαίοι πριν κατέβουν στην παραλία. Οι τοποθεσίες Γκούρη-Κλιάτη (μεγάλη πέτρα), Νέση, Ριλαγκίνου, Καταφύγι, αρβανίτικες οι πιο πολλές, μας φέρνουν στο Άνω Πιτσά. Το χωριό κάηκε από τους Γερμανούς το 1944. Τα ψηλότερα σημεία είναι η Γκιάφα, υψ. 1.147 μ., Σωτήρα υψόμ. 1.100 μ. Το Πιτσαδαίϊκο βουνό έχει και αυτό τα σπήλαιά του που χρησίμευαν για καταφύγια την εποχή της Τουρκοκρατίας (σπηλιά Σαφτουλή, Λογοθέτη, Κατάκαλος, Δήμου, Σκαφιδιά). Το κλίμα του Άνω Πιτσά είναι πολύ υγιεινό, ξηρό και δροσερό. Το χωριό γιόρταζε το Δεκαπενταύγουστο που γινόταν μεγάλο πανηγύρι γιατί η μητρόπολή του είναι ο ναός της Παναγίας και εξωκλήσια των Αγίων Δημητρίου, Αγίου Νικολάου, Αγίας Κυριακής και Προφήτη Ηλία.

Το Κάτω Πιτσά, Βρίσκεται 12 χιλιόμετρα Ανατολικά του Δερβενίου και 43 χιλιόμετρα Δυτικά της Κορίνθου που μέσα σ' αυτό έχει ενσωματωθεί διοικητικά και το Άνω, χτισμένο κατά μήκος της παραλίας του Κορινθιακού έχει έκταση 2 ½  περίπου χιλιόμετρα, με όρια ανατολικά το Κ. Λουτρό και δυτικά τη Λυκοποριά. Είναι ένα πράσινο χωριό που το χωρίζει απ' τη θάλασσα η παλιά Εθνική οδός Κορίνθου - Πατρών. Έχει 300 καλοχτισμένα σπίτια που συνεχίζονται από περιβόλια με βερικοκιές και λεμονοπορτοκαλιές. Έξω απ' το χωριό υπάρχει το εξωκλήσι του Αγίου Βασιλείου. Έχει δύο ενορίες με τις εκκλησίες της Αγιά Σωτήρας στα όρια του Λουτρού και του Αγίου Ανδρέα που χτίστηκε το 1911 και γιορτάζει στις 30 Νοεμβρίου.
Το σχολείο, τριθέσιο και νηπιαγωγείο, στεγάζεται σε νεόκτιστο οίκημα. Το Κοινοτικό Γραφείο είναι στο κέντρο του χωριού μέσα σε μια πλατεία. Το χωριό είχε Σταθμό Χωροφυλακής, Αγροτικό Ιατρείο και υπάρχει Εκπολιτιστικός Σύλλογος με αξιόλογη δράση. Το 1920 οι κάτοικοι ήταν 837 ψυχές. Το 1971 στο Κάτω Πιτσά έμεναν 783 άτομα και στο Άνω 4. Το 1981, οι πληθυσμοί ήταν 780 και 5 αντιστοίχως. Το 1991 συνολικά οι κάτοικοι ήσαν 880 και το 2001 μειώθηκαν στα 729 άτομα.



επώνυμα οικογενειών του οικισμού

ΑΔΑΜ, ΒΑΛΙΜΗΤΗΣ, ΓΕΩΡΓΑΣ, ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΕΛΗΣ, ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΖΙΩΖΙΩΚΟΣ, ΖΩΓΡΑΦΟΣ, ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΑΝΕΛΛΟΣ, ΚΑΡΑΒΑΣ, ΚΑΣΚΑΡΑΣ, ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ, ΚΡΑΒΒΑΡΙΤΗΣ, ΚΥΡΙΑΚΟΣ, ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΑΝΤΖΙΚΟΣ, ΜΕΡΤΙΚΑΣ, ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, ΝΤΑΛΗΣ, ΝΤΟΚΑΣ,  ΝΤΡΕΣ, ΠΑΝΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΡΗΓΑΣ, ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΑΜΠΟΥΚΟΣ, ΦΙΛΗΣ, ΧΑΝΤΕΣ.


Βασίλειος Μ. Ντόκας (1874-1962)

Ο Βασίλειος Μ. Ντόκας γεννήθηκε στο Πιτσά και υπηρέτησε εκεί ως δημοδιδάσκαλος επί 38 χρόνια. Υπήρξε και Γραμματέας της Κοινότητας. Χάρη στην πρωτοβουλία και την ενεργητικότητά του χτίστηκε το ωραίο διθέσιο διδακτήριο στο Κάτω Πιτσά, σιδηροδρομικός σταθμός, ταχυδρομείο και τηλεγραφείο, εκκλησία στο Άνω Πιτσά, κ.ά. Πέρα από αυτά, ιστορική είναι η συμβολή του στη γεωργική ανάπτυξη του τόπου που είχε αποτέλεσμα την οικονομική και κοινωνική άνοδο του τόπου. Η Ακαδημία Αθηνών στην πανηγυρική συνεδρία της της 25ης Μαρτίου 1934 του απένειμε το βραβείο Μπενάκη με χρηματικό έπαθλο 3.000 δραχμών ύστερα από ένα εγκωμιαστικό αιτιολογικό. Και οι συμπολίτες του τον τίμησαν με διάφορους τρόπους εν ζωή και μετά θάνατον. Ένα είδος βερικοκιάς που εισήγαγε ο Β. Ντόκας ονομάστηκε "βερικοκιά Βασιλάκου" και ένας δρόμος "οδός Βασιλείου Ντόκα". Οι κατάφυτες πλαγιές του Πιτσαδαίϊκου βουνού, με τις ελιές, αμυγδαλιές, κυπαρίσσια και πεύκα, ο κάμπος με τις βερικοκιές, αχλαδιές (κι εδώ η περίφημη κοντούλα), λεμονοπορτοκαλιές, μαρτυρούν και σήμερα το δημιουργικό πέρασμά του.

Σπυρίδων Ηλ. Ντόκας (1875-1939)

Ο Σπυρίδων Ηλ. Ντόκας γεννήθηκε επίσης στο Πιτσά. Εκτός από το πτυχίο του Διδασκαλείου παρακολούθησε και μαθήματα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έγινε κάτοχος της γαλλικής γλώσσας. Είχε μεγάλη φιλομάθεια. Δημοσίευσε στις τοπικές εφημερίδες άρθρα για λαογραφικά θέματα. Ήταν λάτρης της δημοτικής. Παρακινούσε τους συγχωριανούς του να στέλνουν τα παιδιά τους στο γυμνάσιο και το πανεπιστήμιο, τους ωθούσε να ξεφύγουν από την υπανάπτυξη. Μαζί με το φιλόλογο Γεώργιο Καρούκη και το δάσκαλο Κώστα Σταματόπουλο συνέβαλε στην εξερεύνηση της σπηλιάς Σαφτουλή και την αποκάλυψη των ανεκτίμητων θησαυρών της. Υπηρέτησε πολλά χρόνια στο σχολείο του χωριού του και στο γειτονικό Λουτρό. Ως δάσκαλος και γραμματέας της Κοινότητας υπηρέτησε και βοήθησε τους συγχωριανούς του στις ανάγκες τους με ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια. Εργάστηκε με ζήλο για τη γεωργική ανάπτυξη του τόπου. Ο Σπ. Χασιώτης θεωρεί το τρίπτυχο Γκολφινόπουλος, Ντόκας και Ντόκας ως τους πρώτους αποστόλους της σπουδαίας δενδροκομικής προόδου στην περιφέρειά τους. Πεθαίνοντας (1939) ευτύχησε να δει επιστήμονες τα παιδιά του: Αλέκο εξαίρετο γιατρό στην Κόρινθο, τον Σωτήριο δόκιμο φιλόλογο και μελετητή της τοπικής παραδόσης και τον Αγησίλαο φιλόλογο, διδάκτορα του Πανεπιστημίου του Μονάχου και συγγραφέα αξιόλογων έργων. Τη θυγατέρα του Βάσω παντρεύτηκε ο ντόπιος επίσης φιλόλογος - γυμνασιάρχης Βασ. Φίλης.

Το Σπήλαιο του Πιτσά

Το καλοκαίρι του 1934 μια ομάδα από συμπολίτες με επικεφαλής τον φιλόλογο Γεώργιο Β. Καρούκη και τους δασκάλους Κώστα Σταματόπουλο και Βασίλη Ντόκα ανέβηκαν την απότομη πλαγιά του Πιτσαδαίϊκου βουνού και λίγο πιο κάτω από την κορυφή Σωτήρα βρήκαν τη σπηλιά και κατέβηκαν με μεγάλη δυσκολία μέσα σ' αυτή. Το θέαμα που αντίκρισαν τους αποζημίωσε για την ταλαιπωρία και δικαίωσε τις αφηγήσεις των παλαιών, που έλεγαν ότι εκεί πάνω στο βουνό είναι η νεραϊδοσπηλιά, που μέσα ζει η πιο όμορφη νεράιδα, σαν μπεις και δεν χαθείς, όλα τα πλούτη του κόσμου θα είναι δικά σου. Από παιδιά άκουγαν αυτό το παραμύθι κι όταν έφθασαν στα βάθη της σπηλιάς κι είδαν τα κατάλοιπα μιας αρχαίας ζωής, αισθάνθηκαν πως είχαν συναντηθεί με μια σελίδα της ιστορίας του τόπου από τις πιο παλιές, ίσως και την πιο παλιά. Αφού κατέβηκαν, προσπάθησαν να κινήσουν το ενδιαφέρον των αρχών. Αργότερα έγιναν κι άλλες αναρριχήσεις και (σε μια απ' αυτές και με τον Π. Δορμπαράκη) μέχρι που κινήθηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες και στις 4 Απριλίου του 1935 στα πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών καταχωρίσθηκε η ανακοίνωση του Αναστασίου Κ. Ορλάνδου για τα ευρήματα του Σπηλαίου Πιτσάς.

Τριάντα χρόνια αργότερα (1965) ο καθηγητής Αν. Ορλάνδος πληροφορούσε το παγκόσμιο κοινό για τα σπουδαία ευρήματα του σπηλαίου Πιτσά με εκτενές άρθρο του στην ιταλική Enciklopedia dell' Arte Antica Classica e Orientale, τόμος VI, που περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή, ανάλυση, εκτίμηση και χρονολογική τοποθέτηση των ευρημάτων.
"ΠΙΤΣΑ - χωριό της Ελλάδας (νομός Κορινθίας), δυτικά από τη Σικυώνα και το Ξυλόκαστρο, κοντά στον Κορινθιακό Κόλπο. Πάνω από αυτό, παράλληλα με την ακτή, υψώνεται ένα αρκετά ψηλό βουνό, με το επιχώριο όνομα Μαύρο βουνό (σωστότερα Μαυριόρο) ανταποκρινόμενο με πολλή πιθανότητα προς τα αρχαία Χελυδόρεα.

Κοντά στην κορυφή, πάνω στην οποία φθάνει κανείς μετά από κοπιαστική ανάβαση μιάμισης ώρας, ανοίγεται το στόμιο ενός σπηλαίου (βάθους περ. 20 μ.), γνωστού στους ανθρώπους του τόπου με το όνομα της Σπηλιάς του Σαφτουλή...




"Σεργιάνι στα Άνω και Κάτω Πιτσά", λοιπόν με  την Μαίρη Νικολοπούλου. Το πρώτο μέρος  της εκπομπής θα παρακολουθήσετε στο video που ακολουθεί.



video - παρουσίαση : ΜΑΙΡΗ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ